Αίγινα .

aegina_the_temple_of_aphaia

Σήμερα η στήλη θα ασχοληθεί με την γνωστή σ όλους μας Αίγινα .

Η Αίγινα είναι νησί του Σαρωνικού κόλπου.
Με το αυτό όνομα φέρεται η πρωτεύουσα και ο κύριος λιμένας της νήσου. Κατά την αρχαιότητα αποτελούσε εποικιστικό κέντρο Πελοποννησίων, Αιγαιατών και Μυρμιδόνων.
Αργότερα υπάγεται μαζί με άλλες ναυτιλιακές πόλεις στο θεσμό της Αμφικτιονίας της Καλαβρίας, συμμετέχει στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ενάντια στους Πέρσες και κατά την κλασική εποχή αποτελεί πόλη της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
Η πόλη της Αίγινας αποτέλεσε την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας.
Σήμερα είναι το δεύτερο μεγαλύτερο σε έκταση, πληθυσμό και ανάπτυξη νησί του Αργοσαρωνικού και νησιωτικό προάστιο του Πειραιά.
Γεωγραφικές Πληροφορίες.
Η Αίγινα βρίσκεται στο κέντρο του Σαρωνικού Κόλπου, περιβαλλόμενη από το Αγκίστρι, τα Μέθανα, την Τροιζήνα, τον Πόρο και τον Πειραιά και έχει συνολικό εμβαδόν 82,63 τετραγωνικά χιλιόμετρα καθιστώντας το έτσι το δεύτερο μεγαλύτερο νησί του Αργοσαρωνικού.
Το μήκος των ακτών της είναι 57 χλμ.
Το έδαφός της είναι ηφαιστιογενές με τις βόρειες περιοχές να αποτελούνται από ιζηματογενή πετρώματα και τις νότιες από εκρηξιγενή.
Αποτελείται από χαμηλούς λόφους και κάποιες πεδινές εκτάσεις.
Το ψηλότερο βουνό είναι το Όρος με ύψος 532 μέτρα ενώ δεν έχει ποτάμια και γενικά τρεχούμενο νερό. Η πανίδα του νησιού αποτελείται από τρυγόνια, λαγούς, αγριοκούνελα και αλεπούδες ενώ η χλωρίδα από αγριελιές, πουρνάρια, φρύγανα, ράμνους και φιλίκια.
Το κλίμα είναι μεσογειακό και ξηρό με περιορισμένες βροχοπτώσεις.

Πορεία στην Ιστορία .

1.Αρχαιότητα.
Σύμφωνα με την μυθολογία η Αίγινα οφείλει την ονομασία της στην κόρη του Θεού Ασωπού Αίγινα, την οποία ερωτεύτηκε ο Δίας και την απήγαγε στο νησί Οινώνη που μετονομάστηκε σε Αίγινα.
Η στρατηγική της θέση κατά την αρχαιότητα φαίνεται ότι ήταν ο λόγος που κατοικήθηκε πριν από το 3.500 π.χ.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η Αίγινα υπήρξε αποικία της Επιδαύρου.
Σε ανασκαφές που έχουν γίνει, έχουν βρεθεί Μινωικά κεραμικά του 2000 π.χ. περίπου, όπως και κοσμήματα από χρυσό που ανήκουν στη ύστερη περίοδο της Μυκηναϊκής τέχνης, τα οποία συνηγορούν στην εκδοχή της διατήρησης του μυκηναϊκού πολιτισμού για μερικές γενιές μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι οποίο φαίνεται να κατέκτησαν το νησί στα 950 π.χ.
Τον 7ο αιώνα π.χ. η Αίγινα συμμετείχε στην πολιτική ομοσπονδία υπό την ονομασία Αμφικτιονία της Καλαβρίας μαζί με την Αθήνα, το Βοιωτικό Ορχομενό, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη, την Ναυπλία και την Πρασίη, με σκοπό την πάταξη της ακμάζουσας πειρατείας στο Αιγαίο, λόγω της παρακμής των Μυκηναίων. Κατά την αρχαϊκή εποχή (734 – 459 π.χ.) η Αίγινα γνώρισε μεγάλη ακμή εξελισσόμενη σε σημαντική ναυτική και εμπορική δύναμη της εποχής αναπτύσσοντας εξαγωγικό εμπόριο πήλινων αγγείων και αρωμάτων εγχώριας παραγωγής.
Οι Αιγινήτες υπήρξαν οι πρώτοι που έκοψαν ασημένια νομίσματα στον ελλαδικό χώρο, λίγες δεκαετίες μετά την επινόηση του νομίσματος από τους Λυδούς.
Να σημειωθεί ότι Οι Αιγινήτες είχαν σημαντικά συμφέροντα στον Ελλήσποντο ενώ ήταν μέτοχοι στον εμπορικό σταθμό της αιγυπτιακής πόλης Ναυκράτιδος.
Η ναυτική πρωτοκαθεδρία της Αίγινας και η εδραίωση της ολιγαρχικής παράταξης στην εξουσία αποτελούσε εμπόδιο στις επιδιώξεις της Αθήνας με αποτέλεσμα ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα π.χ. να παρατηρείται ένταση στις σχέσεις μεταξύ τους. Αν και κατά τους Μηδικούς Πολέμους είχαν υποστηρίξει τον Δαρείο, στους Περσικούς Πολέμους συνασπίστηκαν με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις λαμβάνοντας μαζί με τους Αθηναίους τα πρωτεία.
Μετά το τέλος του πολέμου η Αίγινα συνασπίστηκε με την Σπάρτη και την Κόρινθο με αποτέλεσμα να επέλθει οριστική σύγκρουση με την Αθήνα, η οποία και επιτέθηκε στα 458 π.χ. εναντίον της Αίγινα.
Στη ναυμαχία που ακολούθησε οι Αιγινήτες ηττήθηκαν και η πρωτεύουσά τους καταλήφθηκε.
Απότοκος της ήττας ήταν το γκρέμισμα των τειχών της πόλης, η παράδοση των πλοίων και η επιβολή φόρου υποτέλειας.
Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 – 404 πχ) οι Αιγινήτες εκδιώχθηκαν στην Πελοπόννησο για να επιστρέψουν μόνο μετά το τέλος του πολέμου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η Αίγινα απώλεσε κάθε αίγλη της καταλήγοντας διαδοχικά στους Αιτωλούς, τους Περγαμηνούς και τους Ρωμαίους.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, που πέρασε από το νησί το 150 μΧ., στην Αίγινα δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο ενώ το ιστορικό λιμάνι του είχε παραχωθεί εντελώς.
Λόγω των επιδρομών των Γότθων και των Ερούλων στην Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, μεγάλοι πληθυσμοί μετακινήθηκαν στην Αίγινα, η οποία γνώρισε μια δεύτερη ακμή. Κατά τον 10ο αιώνα οι επιδρομές των πειρατών ανάγκασαν έναν μέρος των κατοίκων να μεταναστεύσει ενώ τότε πραγματοποιήθηκε και η μεταφορά της πρωτεύουσας στην ενδοχώρα και συγκεκριμένα στην Παλαιά Χώρα.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του δωδεκάτου (12ου) αιώνος, όταν η πειρατεία γενικεύεται σε μεγάλο βαθμό, λόγω της αποφάσεως του Ιωάννου Β’ Κομνηνού (κατόπιν εισηγήσεως προς αυτόν του «Ιωάννου του εκ Προύτζης») να διακόψει τα κονδύλια προς το ναυτικό, η Αίγινα γίνεται βασικό ορμητήριο των πειρατών, ιδίως για τις επιθέσεις τους προς την Αττική, τους κατοίκους της οποίας τρομοκρατούν αρπάζοντας υλικά αγαθά, ζώα, ανθρώπους για σκλάβους ή για λύτρα, και βεβαίως σκοτώνουν πολλούς κατοίκους συχνά με βασανιστικό τρόπο ή απλώς τους ακρωτηριάζουν.
Ο δε Μητροπολίτης των Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτης, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζει την Αίγινα ως «φωλιά των πειρατών»

Βυζαντινή και Νεώτερη Ιστορία .
Εν συνεχεία η Αίγινα υποτάχθηκε από τους Φράγκους (1204 – 1317), τους Καταλανούς (1451 – 1540), τους Ενετούς (1451 – 1540 & 1687 – 1715) και τους Οθωμανούς (1540 – 1687 & 1715 – 1821).
Η σημαντικότερη όμως καταστροφή πραγματοποιήθηκε από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ο οποίος λεηλάτησε την πρωτεύουσα και αιχμαλώτισε περί τους 4.000 με 7.000 χιλιάδες Αιγινήτες. Στο τέλος του 18ου αιώνα οι Αιγινήτες εγκατέλειψαν την Παλιά Χώρα και εγκαταστάθηκαν στην θέση της αρχαίας πόλης της Αίγινας.
Την περίοδο της επανάστασης στην Αίγινα κατέφυγαν χιλιάδες κάτοικοι της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και του Ανατολικού Αιγαίου και ιδιαίτερα των περιοχών του Γαλαξιδίου, των Ψαρών και της Αθήνας.
Υπολογίζεται ότι στην επανάσταση συμμετείχαν περίπου 400 Αιγινήτες.
Την περίοδο 1826 – 1827 η ελληνική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο νησί ενώ τον επόμενο χρόνο η Αίγινα ορίστηκε ως πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η έδρα του οποίου παρέμεινε μέχρι και το 1829. Σύμφωνα με τον Qkinet την εποχή του Καποδίστρια ο πληθυσμός ανερχόταν στους δέκα χιλιάδες κατοίκους μαζί με τους πρόσφυγες ενώ σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις ο πληθυσμός ανερχόταν σε σαράντα χιλιάδες.
Τότε κατασκευάστηκαν τα κτίρια του Ορφανοτροφείου, στο οποίο στεγάστηκαν το αλληλοδιδακτικό σχολείο και το εθνικό τυπογραφείο, του αρχαιολογικού μουσείου, του κυβερνείου, στο οποίο στεγάστηκε η πρώτη βιβλιοθήκη της χώρας.
Μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας, η Αίγινα άρχισε να παρακμάζει ενώ ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ.
Επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά είχε προβλεφθεί η κατασκευή ναυτικών οχυρών στην Πέρδικα και στον Τούρλο, τα οποία μαζί με το ναυτικό οχυρό των Φλεβών και τα πυροβολεία της Πούντας και του Κεράμου αποτέλεσαν το τμήμα της ελληνικής παράκτιας άμυνας που έγινε γνωστό ως «Ναυτικά Οχυρά Σαρωνικού».]
το 1940 το Πολεμικό Ναυτικό προχώρησε στην πόντιση ναρκών στις θαλάσσιες περιοχές Τούρλου – Φλεβών και Μονής Αιγίνης – Αγίου Γεωργίου Μεθάνων δημιουργώντας έτσι ένα προστατευμένο μέτωπο.
Τον Απρίλιο του 1941 γερμανικά αεροπλάνα τύπου στούκας βομβάρδισαν τρεις φορές το νησί της Αίγινας καταστρέφοντας τους δύο λιμενοβραχίονες στο λιμάνι.
Τον Μάιο του ίδιου έτους γερμανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν τα οχυρά του Τούρλου και της Πέρδικας.
Τον Ιανουάριο του 1942 το γερμανικό υποβρύχιο U 133 βυθίστηκε από νάρκη στα ανοιχτά του Τούρλου.

Δημογραφικά στοιχεία .
Κατά την απογραφή του 2001 εμφανίζει πληθυσμό 13.552 κατοίκων, από τους οποίους 7.783 κατοικούν στην πόλη της Αίγινας και οι υπόλοιποι στους οικισμούς Βαθέος, Κυψέλης, Μεσαγρού και Πέρδικας. Ο πληθυσμός παρουσιάζει κατανομή 157 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.

Οικονομικοί Πόροι.
Η Αίγινα κατείχε αξιόλογο σπογγαλιευτικό στόλο μέχρι και την δεκαετία του 1970.[16] Η μεγαλύτερη ακμή αυτής της δραστηριότητας παρατηρείται στα τέλη του 19ου αιώνα απασχολώντας περί τους χιλίους ναύτες και βουτηχτάδες.
Σημαντικοί έμποροι της εποχής ήταν οι Κωνσταντίνος Βογιατζής, Μιχάλης Μαΐλης, και αφοί Σταματιάδη.
Κατά την περίοδο της κατοχής η σπογγαλιεία είχε διακοπεί.
Να σημειωθεί επίσης ότι στις αρχές του 20ου αιώνα πολλοί Δωδεκανήσιοι και Αιγινήτες μετανάστευσαν στην Αμερική, όπου και εργάστηκαν ως δύτες στο Τάρπον Σπριγκς στον Κόλπο του Μεξικού.
Η πόλη αυτή με την έλευση έμπειρων δυτών από την Ελλάδα μετατράπηκε σε πρωτεύουσα της σπογγαλιείας.
Το 1971 υπολογίζεται ότι οι ψαράδες αποτελούσαν το 40% του εργατικού δυναμικού ενώ οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι 30% αντίστοιχα.
Σήμερα η αλιευτική δραστηριότητα του νησιού παραμένει αυξημένη εστιαζόμενη κυρίως στην κατσούλα, τον γλανιό, τα μπαρμπούνια και τα λυθρίνια ενώ η κτηνοτροφική δραστηριότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Στην Αίγινα υπάρχουν σημαντικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις ενώ σε αυτό το νησί καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά η πατάτα, ύστερα από πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια.
Οι κάτοικοι παραδοσιακά καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, αρακά, ρεβίθια κ.α., ενώ διατηρούσαν και σημαντικές εκτάσεις αμπελιών, η καλλιέργεια όμως των οποίων μετά την εισαγωγή της καλλιέργειας της φιστικιάς αλλά και την εισαγωγή της φυλλοξήρας υποχώρησε.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται, το 1950 τα αμπέλια κάλυπταν εκτάσεις 13.500 στρεμμάτων ενώ το 1961 4.382 στρεμμάτων.

Να μιλήσουμε για το Φιστίκι.
ΤΟ 1896 ο ιατρός Νικόλαος Περόγλου ξεκίνησε την συστηματική καλλιέργεια φιστικιού, η οποία σύντομα άρχισε να εξαπλώνεται μεταξύ των κατοίκων του νησιού.
Από το 1950 η καλλιέργεια του φιστικιού είχε εκτοπίσει σε σημαντικό βαθμό την υπόλοιπη γεωργική δραστηριότητας λόγω του μεγάλου περιθωρίου κέρδους που απέδιδε αλλά και της φυλλοξήρας που απειλούσε τα αμπέλια.
Η ποιότητα του «φιστικιού Αιγίνης», ονομασία που κατοχυρώθηκε ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) το 1996, θεωρείται διεθνώς εξαιρετική υπερτερώντας αρκετές ξένες ποικιλίες και οφείλεται στις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες του νησιού (ξηρασία) αλλά και στα ηφαιστειογενή χαρακτηριστικά του εδάφους.
Σήμερα οι μισοί φιστικοπαραγωγοί είναι μέλη του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιστικοπαραγωγών Αιγίνης. Υπολογίζεται ότι οι φιστικιές στην Αίγινα καλύπτουν 29.000 στρέμματα ενώ η συνολική παραγωγή αγγίζει τους 2.700 τόνους ετησίως.
Τα τελευταία χρόνια, στα μέσα Σεπτεμβρίου, οργανώνεται κάθε χρόνο το Φεστιβάλ Φιστικιού με την ονομασία «Fistiki Fest».

120px-agios_nectarios_church01

Λίγα λόγια για τον Τουρισμό της .
Η Αίγινα προσελκύει αρκετό κόσμο λόγω της εγγύτητάς της με την Αθήνα με αποτέλεσμα τις τελευταίες δεκαετίες ο τουρισμός να αποτελεί την βασικότερη οικονομική δραστηριότητα για τους κατοίκους της.
Στην Αίγινα υπάρχει πλήθος ξενοδοχείων και ενοικιαζόμενων δωματίων ενώ αποτελεί κλασσικό πέρασμα ιστιοπλοϊκών σκαφών.
Σημαντικό ρόλο, επίσης, διαδραματίζει στην οικονομία του νησιού ο θρησκευτικός τουρισμός, ο οποίος είναι αυξημένος λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του Αγίου Νεκταρίου στο νησί, καθώς και ο αρχαιολογικός τουρισμός λόγω του ναού της Αφαίας αλλά και των βυζαντινών μνημείων.

120px-agina_hafenblick

Πολιτιστικά στοιχεία .
Στις 29 Απριλίου 1829, και συγκεκριμένα στην οικία του Αλέξανδρου Κοντόσταυλου στην Περιβόλα, πραγματοποιήθηκε ο πρώτος επίσημος χορός στον ελλαδικό χώρο, τον οποίο ακολούθησε δεύτερος στην οικία του Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Στοιχεία Εκπαίδευσης .
Το πρώτο εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στην Αίγινα (αλλά και γενικά στην απελευθερωμένη Ελλάδα) ήταν το Κεντρικό Σχολείο που ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1829.
Σκοπός του σχολείου αυτού, τριετούς φοιτήσεως, ήταν να δημιουργηθούν δάσκαλοι αλλά και στελέχη για τις κρατικές υπηρεσίες.
Το Κεντρικό Σχολείο στεγάστηκε στο Εϋνάρδειο, κτίριο στο οποίο προηγουμένως συνεδρίαζε το Πανελλήνιον και το οποίο είχε κατασκευαστεί με συνδρομή του Ελβετού φιλέλληνα τραπεζίτη Εϋνάρδου.
Μετά το θάνατο του Καποδίστρια, το σχολείο έκλεισε τον Ιανουάριο του 1832.
Κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου στην Αίγινα λειτουργούσε Σχολαρχείο (κάτι ανάλογο με το σημερινό Γυμνάσιο). Διευθυντής του σχολείου για πολλά χρόνια ήταν ο Παναγής Ηρειώτης.
Από το 1932 το σχολείο στεγάζεται στον χώρο του Κυβερνείου.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Γερμανική Κατοχή, από το 1945 στην Αίγινα λειτουργεί ως παράρτημα του Β’ Γυμνασίου Αρρένων Πειραιά.
Το 1959 (8 Νοεμβρίου) το σχολείο παύει να είναι παράρτημα και λειτουργεί πλέον ως Γυμνάσιο Αίγινας.

Σημείωση : Όλα τα ανωτέρω στοιχεία προέρχονται από έγκυρες πηγές .

Συντακτική Ομάδα .

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: