Για τη «Μποτίλια στο πέλαγο» του Γιώργου Δ. Παναγιώτου – γράφει η Νότα Χρυσίνα

20979888_10213766552733014_966767248_n

 

Το έργο του νομπελίστα ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη έχει ερευνηθεί, αναλυθεί, ερμηνευτεί και μελετηθεί από πολλούς Έλληνες και ξένους μελετητές. Ωστόσο, όλα τα σπουδαία έργα είναι ανεξάντλητα σε ερμηνείες. Ένα ποίημα, όπως ακριβώς και οι χρησμοί, «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει», όπως έγραψε και ο Ηράκλειτος.

 

Ο Γιώργος Δ. Παναγιώτου, μελετητής του έργου του Σεφέρη, προσπαθεί μέσα από το καλαίσθητο βιβλίο-μελέτη να μας μεταφέρει το μήνυμα που έλαβε από τη δική του ανάγνωση ορισμένων ποιημάτων κι αν είναι δυνατόν να ανοίξει τον κύκλο νέων αναγνώσεων, ερμηνειών και σημασιοδοτήσεων. Ο πολύσημος τίτλος του βιβλίου Μποτίλια στο πέλαγο ανήκει στο ΙΒ ποίημα από την ποιητική συλλογή του Σεφέρη Μυθιστόρημα. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται πεπλοφόρος κεφαλή γυναικείου αγάλματος (πιθανώς της Αφροδίτης των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ. από το ιερό της Αφροδίτης Γολγείας στο Άστρος της Κύπρου). Ένας από τους στόχους του βιβλίου είναι ο αναστοχασμός πάνω στο έργο του σπουδαίου διανοητή-ποιητή μέσα από δώδεκα ξεχωριστές μελέτες που δημοσιεύονται συγκεντρωμένες όλες μαζί για πρώτη φορά. Ο Παναγιώτου είναι επαρκής αναγνώστης, με την έννοια ότι δεν διαβάζει μόνο για προσωπική ευχαρίστηση αλλά διαθέτει μία παιδεία που του επιτρέπει να προσλαμβάνει το κείμενο αποκωδικοποιώντας το, τόσο σε σχέση με το προθετικό νόημα του ποιητή όσο και με τη σημασία που του αποδίδει ο ίδιος ως αναγνώστης κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αλλά και με τον αναστοχασμό και την ερμηνεία.

 

Οι σύγχρονες λογοτεχνικές θεωρίες, τόσο η θεωρία της πρόσληψης του λογοτεχνικού κειμένου (Jauss) όσο και η θεωρία της λογοτεχνικής ανταπόκρισης (Wolfgang Iser), εστιάζουν στον αναγνώστη. Άλλωστε η γέννηση του αναγνώστη ήταν συνέπεια της ανακοίνωσης του θανάτου του συγγραφέα από τον Ρολάν Μπαρτ. Επιπλέον, τα λογοτεχνικά κείμενα είναι διαδικασίες σημασιοδότησης και νοηματοδότησης που υλοποιούνται μόνο με την πράξη της ανάγνωσης.

 

Η πρώτη επαφή του Παναγιώτου με τον ποιητή έγινε όταν άκουσε τον ίδιο τον Σεφέρη να απαγγέλλει ποιήματά του σε ηχογράφηση το 1955 στην Αμερική. Από τότε ξεκίνησε τη μελέτη του έργου του ποιητή, η οποία συνεχίζεται με τρόπο ακάματο μέχρι σήμερα.

 

Όλες οι μελέτες του Παναγιώτου στο βιβλίο Μποτίλια στο πέλαγο είναι πρωτότυπες και φωτίζουν τα ποιήματα από πολλές και διαφορετικές πλευρές, όχι μόνο φιλολογικές. Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος της μελέτης του είναι και η σύνδεση –«με τον τρόπο του Σεφέρη»– των ποιημάτων με μουσικά έργα. Παράδειγμα το έργο του Θεοδωράκη για πιάνο και κουαρτέτο εγχόρδων, όπως επίσης και άλλων σπουδαίων μουσουργών. Ο συγγραφέας έχει μεταφράσει στα αγγλικά, για τις μουσικές εκδόσεις Romanos-Schott, τα ποιήματα του Σολωμού, του Καβάφη, του Ρίτσου και τους βυζαντινούς ύμνους που έχει χρησιμοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης στα κλασικά του έργα, καθώς και την «Ακολουθία εις Κεκοιμημένους» (Requiem). Έχει επίσης επιμεληθεί τις μεταφράσεις στα αγγλικά των κειμένων των τριών λυρικών τραγωδιών του διάσημου συνθέτη και μαέστρου Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μελοποίησε ποιήματα του Σεφέρη καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την ποίηση οικεία στο ευρύ κοινό.

 

Η ποίηση του Σεφέρη συνδέεται διακειμενικά με πλήθος ποιητικούς προγόνους όπως τους Σοφοκλή, Ευριπίδη αλλά και σύγχρονους, όπως για παράδειγμα τον Έλιοτ. Είναι γνωστό ότι ο Σεφέρης είχε μελετήσει και μεταφράσει, στο έργο του Μεταγραφές, αποσπάσματα από το έργο των αρχαίων Ελλήνων τραγικών, του Ομήρου αλλά και Λατίνων ποιητών. Ο Παναγιώτου, βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, συνδέει, στο βιβλίο του, την ποίηση του Σεφέρη με στίχους από το έργο των αρχαίων Ελλήνων δραματουργών, τον Όμηρο αλλά και την νεοελληνική ποίηση υποδεικνύοντας τις ακριβείς αντιστοιχίες. Η έρευνά του περιλαμβάνει και άλλες τέχνες όπως τη μουσική και τη ζωγραφική, καθώς πιστεύει πως τα μεγάλα έργα διέπονται από τις ίδιες οικουμενικές αξίες. Μελετάει ακόμη τα αρχεία Σεφέρη και κάνει επιτόπια έρευνα –στην Ελλάδα και στην Κύπρο– σε χώρους που ο ποιητής έζησε και έγραψε, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει τον «κρυπτικό» ποιητή. Ο συγγραφέας παραθέτει πλούσια βιβλιογραφία, παραπομπές με λεπτομερή σχολιασμό, αλλά και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τους τόπους που συνδέονται με τα υπό εξέταση ποιήματα του Σεφέρη.

 

Ενδεικτικά θα αναφερθώ στη μελέτη για το ποίημα «Piazza San Nicolo – Τοπίο Έρημης Χώρας», όπου γίνεται αναφορά στον Προυστ, στον Giorgio de Chirico, αλλά και στον Ντοστογιέφσκι. Ο συγγραφέας υποδεικνύει τη συγγένεια της πλατείας του Αγίου Νικολάου στον Βόλο με τον πίνακα του Giorgio de Chirico «Piazza d’ Italia 1913» που είχε ζωγραφίσει με υπερρεαλιστικό τρόπο. Ο πατέρας του ζωγράφου, Evaristo de Chirico, ήταν μηχανικός και αρχιτέκτονας, και είχε σχεδιάσει και κατασκευάσει το καμπαναριό της εκκλησίας στην πλατεία του Αγίου Νικολάου στον Βόλο. Ο Giorgio de Chirico είχε μεταφέρει αυτό το καμπαναριό –σύμβολο σε πολλούς από τους πίνακές του που είναι παραλλαγές του υπερρεαλιστικού τοπίου με θέμα πλατείες (Piazze). Η σύνδεση του ποιήματος με τον συμβολισμό του πίνακα «Piazza d’ Italia 1913» ίσως αποτελεί το κλειδί για την αποκωδικοποίηση του ποιήματος.

 

Πρόσωπο-κλειδί για την ερμηνεία του ποιήματος η «Κλέλια», μια γυναίκα που απασχόλησε τον ποιητή και με την οποία σχετίστηκε. Η «Κλέλια», «ένας τύπος πολύ παράξενος, γεμάτος αντιδράσεις, πάθη, βασανισμένος, χαλασμένος ίσως… Μου έκανε εντύπωση η ξηρότητα του θυμού της […]. Στον πόνο της το ίδιο» γράφει στην αδερφή του Ιωάννα Τσάτσου. Ο χαρακτήρας της «Κλέλιας» ερμηνεύει, θα λέγαμε, τόσο τον τίτλο όσο και το περιεχόμενο.

 

Η άλλη μελέτη στην οποία θα ήθελα να αναφερθώ αφορά την ερμηνευτική προσέγγιση του Παναγιώτου στην «Κίχλη». Τίτλος της «Αγγελικό και μαύρο, φως»: Κίχλη Γ΄, «Το φως». Ο συγγραφέας μάς παραπέμπει στο Αισχύλειο «γέλιο των κυμάτων» και το ομηρικό «δακρυσμένο γέλιο» που αναφέρονται στο αγγελικό φως, αλλά και στα λόγια του Αίαντα στον Σοφοκλή «Ω φέγγος», σε αντιδιαστολή με το «μαύρο φως» που παραπέμπει στον κάτω κόσμο και τον θάνατο. Εάν η «Κίχλη» είναι η σεφερική Νέκυια τότε το «αγγελικό και μαύρο, φως» θα μπορούσε να παραπέμπει στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως προτείνει ο Παναγιώτου, στα οποία η Περσεφόνη, το «αφεγγές φως», έδινε την διαβεβαίωση αιώνιας ζωής μέσα στο σκοτάδι του θανάτου. Καθώς λέγεται, μετά την επιφάνεια της Περσεφόνης στο Τελεστήριο του Ιερού της Ελευσίνας, οι μύστες δεν φοβούνταν το θάνατο καθώς μέσα σ’ αυτόν υπήρχε ζωή. Το τέλος της ζωής στον επάνω κόσμο ενώνεται με την αρχή της ζωής στον κάτω κόσμο. Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Έλιοτ, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας: «In my beginning is my end…/ … In my end is my beginning”. Η στιγμή της «μύησης» ή ενόρασης όπου σε μια απειροελάχιστη στιγμή η γνώση, χωρίς τη μεσολάβηση της λογικής, γίνεται «αρχή και τέλος» περιγράφεται από πολλούς κορυφαίους ποιητές. Ο ίδιος ο Σεφέρης, καθώς έγραφε την «Κίχλη» στον Πόρο έγινε μάρτυρας μιας κεραυνοβόλας ενάργειας και είπε: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Αυτό το φως του Σεφέρη που συνδέεται και με τον κόσμο του ονείρου πραγματεύεται η μελέτη αυτή μέσα από τους σεφερικούς στίχους, τη σύνδεση με πηγές αλλά και τα ονειρικά- ψυχαναλυτικά σύμβολα.

 

Οι αναφορές του Παναγιώτου στον Ομηρικό Ύμνο στην Δήμητρα αλλά και στις δυο υποστάσεις της Αφροδίτης ως Ουρανίας και ως Πανδήμου, καθώς και η αναφορά στο ρωμαϊκό ποίημα «Pervigilium Veneris», δίνουν ενδιαφέρουσες οπτικές γωνίες και προσφέρονται για εμπνευσμένες ατομικές ανταποκρίσεις σε ορισμένα ποιήματα.

 

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το βιβλίο του Παναγιώτου ανασύρει τα δομικά στοιχεία της ελληνικής παιδείας του Σεφέρη, τα οποία συνίστανται στη βαθιά και πολύπλευρη επιρροή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, και αναδεικνύει την πίστη του ποιητή στο νεωτερικό στοιχείο. Ο Σεφέρης είναι ποιητής του «Γίγνεσθαι». Σύμφωνα με όσα έγραψε ο ποιητής: «η λογοτεχνία, η ιστορία, η διανόηση πορεύονται με αλληλενέργειες, διαπραγματεύσεις και διαλεκτικές συνθέσεις». Γι’ αυτόν ακριβώς τον αναγνώστη, που έχει την ικανότητα της διαλεκτικής σύνθεσης, έγραψε στον Διάλογο για την ποίηση: «Ο επαρκής αναγνώστης είναι ο ευαίσθητος αναγνώστης που δεν μπορεί να μη βάλει κάτι από τον εαυτό του στο ποίημα που διαβάζει…». Ο Γ.Δ. Παναγιώτου στις δώδεκα μελέτες «έβαλε» και τον εαυτό στα ποιήματα αλλά και συνέβαλε στο φωτισμό πτυχών του ίδιου του ποιητή, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Σεφέρη: «Τα ποιήματά μου είναι στενά δεμένα με τα πράγματα που είδα και έζησα».

 

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

 

Νότα Χρυσίνα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: