Η ΠΑΝΑΓΙΑΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ

panagia-agiasos-11

Η Αγιάσος είναι μια κωμόπολη του νομού Λέσβου. Είναι χτισμένη σε απόσταση 27 χιλιομέτρων από την πόλη της Μυτιλήνης, στο εσωτερικό του νησιού στις πλαγιές του όρους Όλυμπος σε υψόμετρο 460 μέτρων. Η Αγιάσος διατηρεί αναλλοίωτα στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και έχει ανακηρυχθεί παραδοσιακός οικισμός. Εκεί βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας της Αγιάσου, η οποία γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο.
Στα τέλη του 803 μ.Χ. εκεί όπου είναι σήμερα το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής, έφτασε ο ιερωμένος των ανακτόρων Αγάθων, προερχόμενος από τα Ιεροσόλυμα. Εκεί έκρυψε τα ιερά κειμήλια που μετέφερε, την εικόνα της Παναγίας, το Τίμιο Ξύλο και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο. Έκτοτε ο τόπος αυτός αναγνωρίστηκε ως κατοικητήριος τόπος της Θεοτόκου και η φήμη του ξεπέρασε τα όρια όχι μόνο της περιοχής αλλά και του νησιού. Στα χρόνια που ακολούθησαν κάποιοι προσκυνητές και θεοσεβείς άνθρωποι ήθελαν να μονάσουν εκεί και η σκήτη του Αγάθωνα εξελίχθηκε σε μοναστήρι για τη λατρεία και για τις ανάγκες των μοναχών.
Τουρκοκρατία
Στους επόμενους αιώνες, οι επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή και την περιουσία των πληθυσμών, που κατοικούσαν σε παραθαλάσσιες περιοχές. Έτσι το μοναστήρι φάνταζε στα μάτια τους ως τόπος ιδανικός. Το 15ο αιώνα θα πρέπει να ξεκίνησε η μαζική μετακίνηση των κατοίκων των γύρω από την Αγιάσο οικισμών. Ο οικισμός που δημιουργήθηκε έγινε γνωστός με το όνομα “Αγία Σιών” και με το πέρασμα των χρόνων μετεξελίχθηκε σε “Αγιάσος”. Από την επιγραφή που έφερε η εικόνα («ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ») προέρχεται το όνομα της Αγιάσου. Η φράση Αγία Σιών με την οποία συνήθιζαν να χαρακτηρίζουν την εικόνα και το μοναστήρι οι προσκυνητές παραφράσθηκε σε Αγιάσων και στη συνέχεια σε Αγιάσο Στα 1701 η Αγιάσος προικίστηκε με σουλτανικό φιρμάνι ασυδοσίας, δηλαδή απαλλάχθηκε από την καταβολή φόρου και λίγο μετά οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά για να αποκτήσουν το προνόμιο αυτό, άρχισαν να μετακινούνται ομαδικά προς την Αγιάσο. Επειδή όμως η περιοχή της Καρυάς δεν προσφερόταν για κατοίκηση, αφού αναγκάζονταν να χτίζουν τα σπίτια τους σε μέρη δύσβατα κοντά στον χείμαρρο, που συχνά προκαλούσε πλημμύρες, οι Αγιασωτες πήγαν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας και που την εποχή εκείνη χρησίμευε ως κοιμητήριο
Η πρώτη εκκλησία
Το 1170 οι καλόγεροι της Καρυάς έχτισαν με άδεια του τότε διοικητή Λέσβου Κωνσταντίνου Βαλέριου, την εκκλησία της Παναγίας, στο ύψωμα που βρισκόταν τα οστά του Αγάθωνα. Ο ναός ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε το 1173. Γύρω από την εκκλησία σχηματίστηκε ένας μικρός οικισμός ο οποίος εξελίχτηκε με την πάροδο του χρόνου σε μεγάλη και αξιόλογη κωμόπολη. Όταν το νησί υποδουλώθηκε στους Τούρκους, πολλοί χριστιανοί πήραν τις οικογένειές τους και κατέφυγαν στην εκκλησία της Παναγίας για να σωθούν.
Η συγκέντρωση κατοίκων στο καινούριο χωριό οδήγησε τα βήματα πολλών τεχνιτών στην Αγιάσο αφού υπήρχαν εργασίες, οι φορολογικές ελαφρύνσεις ήταν εξασφαλισμένες και κόσμος πολύς περνούσε από το μοναστήρι.
Τότε χτίστηκαν τα πρώτα σπίτια με πέτρες και ασβέστη με εξέχουσα την ξύλινη όψη, τα σαχνισίνια. Τα σπίτια στις συνοικίες της Αγριάς και της Μπουτζαλιάς πατάνε κυριολεκτικά πάνω σε βράχους. Ακόμα και η ονομασία κάποιων συνοικιών δείχνει το δύσκολο έδαφος στο οποίο χτίστηκαν: για παράδειγμα “Σκαλούδια”, “Ράχτα” (περιοχές της Αγιάσου με κακοτράχαλο και δύσβατο έδαφος).

Η δεύτερη εκκλησία
Επειδή όμως ο πρώτος ναός ήταν πλέον ετοιμόρροπος και επικίνδυνος, λόγω της φθοράς του χρόνου, κατά το έτος 1806 με την πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιερεμίου και των προκρίτων της Αγιάσου κατεδαφίστηκε και κτίστηκε νέος ναός, μεγαλύτερος, παρόλο που οι τουρκικές αρχές είχαν δώσει αυστηρή εντολή να αναγερθεί ο νέος ναός πάνω στα θεμέλια του παλιού. Ο διάκοσμος του ναού ήταν βαρύτατος, όπως και του παλιού, γιατί τα δωρήματα των χριστιανών ήταν πλούσια. Ο ναός απέκτησε ωραία έργα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής, όπως το τέμπλο, το θρόνο, τον άμβωνα, τα προσκυνητάρια. Από το 1783 είχε διαλυθεί το Μοναστήρι του Αγάθωνα και ο ναός είχε γίνει Ενοριακός της Κοινότητας και Ενορίας Αγιάσου. Ενώ οι τεχνίτες εργαζόταν ακόμη για τα έργα της ξυλογλυπτικής, ξαφνικά, τη νύχτα της 6ης του Αυγούστου 1812, ο ναός έγινε παρανάλωμα της μεγάλης φωτιάς που αποτέφρωσε μεγάλο μέρος της κωμόπολης
Η τρίτη εκκλησία
Κατά το έτος 1815 με τις δωρεές, τις οποίες με ενθουσιασμό πρόσφεραν οι Χριστιανοί της Αγιάσου, και με τους εράνους που έκανε ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης, ανεγείρεται πάνω στα θεμέλια του παλιού νέος ναός, ο τρίτος στη σειρά, ο οποίος διασώζεται μέχρι σήμερα.
Ο ναός χτίστηκε με άδεια του Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄, που χορηγήθηκε ύστερα από αίτηση των κατοίκων της Αγιάσου, με τον όρο να μη γίνει μεγαλύτερος απ’ τον παλιό. Είναι τρίκλιτη βασιλική με τρεις κόγχες Ιερού Βήματος, τρεις Άγιες Τράπεζες, μαρμάρινο τέμπλο και μεγάλο γυναικωνίτη. Επί πολλά χρόνια ειδικοί τεχνίτες καταγίνονταν με την κατασκευή του τέμπλου, του θρόνου και του άμβωνα. Τα αφιερώματα των πιστών, οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες που κοσμούν το ναό, αποτελούν ένα θησαυρό αμύθητης αξίας.
Η αποκατάσταση των φθορών της ιερής εικόνας
Στο μεταξύ, γύρω στο 1453, δηλαδή τότε που αλώθηκε η Πόλη από τους Τούρκους, οι Χριστιανοί του ναού βλέποντας ότι η εικόνα της Παναγίας άρχισε να καταστρέφεται από το πέρασμα του χρόνου, ανέθεσαν σ’ έναν καλό αγιογράφο να κάνει ένα πιστό αντίγραφο της παλιάς εικόνας για να κρύψουν την πρωτότυπη. Η εικόνα – αντίγραφο είναι εξαίρετο έργο βυζαντινής τέχνης. Το 1838 η πρωτότυπη εικόνα βρέθηκε κρυμμένη στο εσωτερικό της νεότερης εικόνας της Παναγίας, μέσα σε ξύλινο κουτί και τυλιγμένη σε ύφασμα βουτηγμένο σε κηρομαστίχα, αλλά φοβερά κατεστραμμένη. Η αποκατάσταση των φθορών που δημιούργησε ο χρόνος έγινε με μεγάλη επιμέλεια από το Ρώσο τεχνίτη- ειδικό συντηρητή των εικόνων του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, Βασίλειο Ραχτσέβσκι. Η παλιά εικόνα τοποθετήθηκε από τότε σε ξύλινη θήκη με διπλό κρύσταλλο μέσα σε μαρμάρινο προσκυνητάρι μπροστά στο αντίγραφο εικόνισμα της Παναγίας που βρίσκεται στο τέμπλο.
ΚΟΥΤΑΛΕΛΛΗ ΜΑΡΙΑ

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: