Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

cimg7945

Τα ζωγραφισμένα αγγεία και γενικότερα τα αγγεία των αρχαίων Ελλήνων έχουν διασωθεί σε μεγάλο αριθμό και σήμερα αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα.

Από το ζωγραφικό τους διάκοσμο αντλούμε πληροφορίες για την ανάπτυξη της ελληνικής εικαστικής τέχνης, την καθημερινή ζωή των ανθρώπων αλλά και τον τρόπο κατασκευής των κεραμικών.

Οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν κεραμικά για καθημερινή χρήση και όχι μόνο για επίδειξη. Παρατηρείται ποικιλία μεγεθών και σχημάτων, ανάλογα με τη χρήση τους.

Μεγάλα αγγεία χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση και τη μεταφορά υγρών (κρασί, λάδι, νερό), ενώ μικρότερα αγγεία για αρώματα και αλοιφές.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως αρχή τη Μινωική κεραμική όπου τα κεραμικά της εξάγονταν από το 18ο αι. π.Χ. από τη Κρήτη σε περιοχές των νησιών του Αιγαίου και της Ηπειρωτικής Ελλάδας, την Κύπρο και τα παράλια της Συρία και της Αιγύπτου.

Η διακόσμηση σχετίζονταν με τη φύση και τα ζώα αλλά και την απεικόνιση θαλασσινών θεμάτων.

Την περίοδο αυτή ακολούθησε η Μυκηναϊκή κατά την τελευταία φάση της Εποχής του Χαλκού(1600-1100π.Χ.).

Η νεότερη τεχνική, που είναι σήμερα γνωστή ως το γεωμετρικό στυλ (1000-700π.Χ), φέρει τα χαρακτηριστικά γεωμετρικά σχέδια και, αργότερα, αφηγηματικές σκηνές με στιλιζαρισμένες φιγούρες.

Πιο συγκεκριμένα η γεωμετρική περίοδος που άνθισε κατά τον 9ο με 8ο αι. π.Χ. χαρακτηρίστηκε από νέα μοτίβα όπως μαιάνδρους, τρίγωνα και άλλα γεωμετρικά σχέδια σαν διαφοροποίηση στα στοιχεία της προηγούμενης τεχνοτροπίας. Από τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. η επιρροή από την Ανατολή οδήγησε στον «Εξανατολισμό» των μοτίβων (σειρήνες, γοργόνες, σφίγγα κ.α.) κυρίως στη Κόρινθο όπου οι ζωγράφοι ανέπτυξαν την μελανόμορφη τεχνική. Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι ανακάλυψαν την ερυθρόμορφη κεραμική τεχνική (530π.Χ) που είναι το ακριβώς αντίθετο από τη μελανόμορφη. Από τον 4ο αι. π.Χ. ο εξωτερικός διάκοσμος περιορίστηκε και μέχρι το τέλος του αιώνα είχε εξαφανιστεί στην Αθήνα.

Δεν υπάρχει καμία αρχαία περιγραφή του τρόπου με τον οποίο κατασκευάζονταν τα αρχαία αγγεία.

Ότι στοιχεία υπάρχουν προέρχονται από τα ευρήματα κλιβάνων, πήλινους πίνακες, και παραστάσεις σε αγγεία που απεικονίζουν κεραμείς να εργάζονται.

Τα περισσότερα στάδια εργασία είναι ξεκάθαρα και για τα υπόλοιπα έχουν γίνει πιθανές ερμηνείες.

Ο κεραμέας εξόρυσσε τον πηλό που χρειαζόταν από κοντινές περιοχές και τον άφηνε στην αυλή του εργαστηρίου του μέχρι να σιτέψει.

Μετά τον έπλυνε ή τον αναμείγνυε σε ένα χώρο με νερό (κονιορτοποίηση). Στις ελληνικές κλιματολογικές συνθήκες δεν χρειαζόταν πολύς χρόνος για να σχηματιστεί, μετά την εξάτμιση, μια πάστα που είχε τη σωστή σκληρότητα για ζύμωμα.

Ο πηλός των περισσότερων ελλήνων κεραμέων περιείχε τριοξείδιο του σιδήρου και έτσι είχε κοκκινωπό χρώμα.

Ο κεραμέας τοποθετούσε ένα κομμάτι πηλού στον τροχό και με τη βοήθεια ενός εργάτη έφτιαχνε το αγγείο. Τα αγγεία μεγάλου μεγέθους συνήθως κατασκευάζονταν σε τμήματα.

Τόσο το ερυθρό όσο και το μαύρο χρώμα της αττικής κεραμικής οφείλονται στην παρουσία μέσα στον φυσικό πηλό μίας ποσότητας τριοξειδίου του σιδήρου, το οποίο με την όπτηση μπορεί να γίνει κόκκινο ή μαύρο, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στον κλίβανο.

Τα αγγεία τα έβαζαν στον κλίβανο αφού πρώτα τα είχαν διακοσμήσει και τα είχαν αφήσει να στεγνώσουν.

Η θερμοκρασία όπτησης έφτανε τους 800 ή και 950 βαθμούς ανάλογα με το χρώμα που ήθελαν να πετύχουν.

Όταν ο κλίβανος είχε κρυώσει εντελώς έβγαζαν από εκεί τα αγγεία, τα σκούπιζαν και ήταν έτοιμα για πώληση.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΑΛΕΛΛΗ

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: