Μεταξάς Ιωάννης ( Μέρος Α )

ioannis_metaxas_1937_cropped

Μέσα από την στήλη μας σε δύο μέρη θ αναφερθούμε στον Ιωάννη Μεταξά παρέχοντας πληροφορίες μέσα από έγκυρες Ιστορικές πηγές .
Ο Ιωάννης Μιχαήλ Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και δικτάτορας από το 1936 ως το 1941.
Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό Διχασμό συντασσόμενος με την παράταξη των βασιλοφρόνων αντιβενιζελικών και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική.
Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά.
Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε συνεργασία με το βασιλιά. Κυβέρνησε έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1941.
Έμεινε στην ιστορία για την ανακοίνωση της απόρριψης του ιταλικού τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940 στον Ιταλό πρέσβη.
Γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως έπαρχος.
Ήταν γιος του Παναγή Μεταξά, ανώτατου κρατικού υπαλλήλου, και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο.
Καταγόταν από παρηκμασμένο οικονομικά κλάδο των Αντζουλακάτων της αριστοκρατικής οικογένειας των Μεταξάδων και ήταν εγγονός του Μαρίνου Μεταξά, νομικού και γερουσιαστή, πρώτος ξάδερφος του Μενέλαου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού καθώς και ανιψιός του Αγαμέμνωνα Μεταξά και του Νικολάου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού και πολιτικού.
Είχε άλλα δύο αδέρφια, τη Μαριάνθη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά αλλά, σχετικά νέος, οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο.
Μεγάλωσε με σχετική οικονομική άνεση μέχρι και το 1879, οπότε και ο πατέρας του απώλεσε την πολιτική θέση που κατείχε με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στην Κεφαλονιά..
Στην Κεφαλονιά περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του ενώ δημοτικό παρακολούθησε στο τοπικό σχολείο της Ιθάκης.
Στρατιωτική σταδιοδρομία του
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε το 1890 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού.
Τον Σεπτέμβριο του 1892 εισήλθε στη Σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στο Ναύπλιο, όπου και ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες σελίδες του ημερολογίου του.
Το 1897 μετατέθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών σε επιτελική θέση δίπλα στον τότε Υπουργό Στρατιωτικών και θείο του, Νικόλαο Μεταξά.
Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου.
Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του.
Το 1898 πέτυχε τη χορήγηση υποτροφίας από τον Βασιλιά για στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία.
Το 1902 αποφοίτησε από την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου με σημαντικές διακρίσεις , δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού.
Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό Α’ Τάξεως.
Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β’.
Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.
Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις επαφές του με τη βασιλική οικογένεια.
Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε «Γιαννάκη».
Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ανακλήθηκε πίσω στην Αθήνα με εντολή του ίδιου του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε ο τελευταίος.
Στη συνάντηση του προσέφερε την θέση του πρώτου υπασπιστή του, την οποία και αποδέχθηκε.
Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας.
Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα, όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο.
Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του.
Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ενώ μαζί με τον Δουσμάνη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά.
Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε.
Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία.
Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο, όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων.
Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε Διοικητής του Επιτελείου.
Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και ως Διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας.
Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1913, παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά με το Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία το 1914 για το ζήτημα των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ο Μεταξάς συνέταξε και σχέδιο αιφνίδιας απόβασης και κατάληψης των Στενών των Δαρδανελλίων σε περίπτωση πολέμου.
Εθνικός Διχασμός .
Η σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν αναπόφευκτη λόγω της διαφορετικής τους νοοτροπίας και ιδεολογίας.
Ο μεν Μεταξάς ήταν φιλομοναρχικός και πίστευε στην υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο δε Βενιζέλος προτιμούσε την κυβέρνηση αυτόνομη και πέρα από τις παρεμβάσεις του Βασιλιά και πίστευε στη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Γαλλίας και της Αγγλίας.
Ήταν λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετοι.
Την εποχή της γνωριμίας τους ο Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος, ενώ ο Μεταξάς ένας παραγκωνισμένος βασιλικός στρατιωτικός.
Παρ’ όλα αυτά κατάφερε, λόγω των σπουδαίων του στρατιωτικών γνώσεων πάνω σε στρατιωτικές τακτικές, να διοριστεί πρώτος υπασπιστής του Βενιζέλου και να αναμειχθεί παρασκηνιακώς στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.
Η ρήξη ήρθε το 1915, όταν και ο Μεταξάς εκμεταλλευόμενος το αξίωμά του αναμείχθηκε σε πολιτικά ζητήματα.
Με την παραίτησή του κατάφερε να μεταπείσει τον Βασιλιά ως προς την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων.
Έτσι, ουσιαστικά δημιουργήθηκε ο Εθνικός Διχασμός που ταλαιπώρησε για χρόνια την Ελλάδα.
Εικάζεται από οπαδούς της φιλοβασιλικής παράταξης πως την κίνηση αυτή ο Βενιζέλος δεν του τη συγχώρεσε ποτέ με αποτέλεσμα, όταν ανήλθε στην εξουσία ως πρωθυπουργός το 1917, να τον εξορίσει στην Κορσική.
Φημολογήται οτι με δικές του μάλιστα ενέργειες τον καταδίκασε σε θάνατο.
Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού ο Μεταξάς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, υποστηρίζοντας φανερά τη διατήρηση της ουδετερότητας.
Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απομάκρυνση του Δούσμανη, ανέλαβε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου.
Στις 17 Φεβρουαρίου, αμέσως μετά την συνάντηση Βενιζέλου και Βασιλιά, ο Μεταξάς ανακοίνωσε την παραίτησή του υποβάλλοντας παράλληλα αίτηση αποστρατείας αλλά και ένα υπόμνημα, στο οποίο εξηγούσε γιατί θεωρούσε ότι η επιχείρηση στο στενό των Δαρδανελλίων θα αποτύγχανε.
Κατά τον Μεταξά μια στρατιωτική επέμβαση στην Μικρά Ασία αφενός θα αποδυνάμωνε το στρατιωτικό μέτωπο στα σύνορα με την Βουλγαρία, αφετέρου η αντιμετώπιση του τούρκικου πληθυσμού στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στην ελληνική διοίκηση.
Μετά την αποχώρησή του ο Μεταξάς φαίνεται ότι προχώρησε στην δημοσίευση ανυπόγραφων άρθρων στην εφημερίδα «Η Νέα Ημέρα Τεργέστης», στην οποία διέρρευσε μέρος των περιεχομένων από τις μυστικές διαπραγματεύσεις με την Αντάντ χαρακτηρίζοντας παράλληλα την Μικρά Ασία αποικία, γεγονός που προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις των μικρασιατικών συλλόγων και του Βενιζέλου.
Πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ο Μεταξάς μαζί με τους Γεώργιο Στρέιτ, Δούσμανη και την Βασίλισσα Σοφία επηρέαζαν καθοριστικά τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, διατηρούσαν δε συνεχή επικοινωνία με το Βερολίνο, στο οποίο διοχέτευαν απόρρητα έγγραφα, με αξιωματούχους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Στις 6 Οκτωβρίου ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα ως Υπαρχηγός του Επιτελείου.
Στις 27 Ιουνίου 1916, ύστερα από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύθηκε διάταγμα γενικής αποστράτευσης.
Με προσωπική ανάμειξη του ίδιου του Μεταξά αλλά και των μελών του επιτελείου, δημιουργήθηκαν οι σύνδεσμοι επιστράτων, οι οποίοι στελεχώθηκαν με απόστρατους και αποτέλεσαν την πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα, αριθμώντας 200.000 μέλη.
Οι σύνδεσμοι επιστράτων λειτούργησαν υποστηρικτικά προς τον βασιλικό θεσμό καθ’ όλη τη διάρκεια των γεγονότων του Εθνικού Διχασμού.
Στις 12 Αυγούστου 1916 ο Βασιλιάς προχώρησε στην απομάκρυνση του Μεταξά από το Επιτελείο, ικανοποιώντας σχετικό αίτημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ να αποβιβαστεί με 3.000 στρατιώτες στο Φάληρο και να προελάσει προς την Αθήνα, όπου συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τους Επιστράτους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει.
Την αποχώρηση των συμμάχων ακολούθησαν διώξεις των Βενιζελικών, οπαδοί των οποίων συνελήφθησαν σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας.
Τα περιστατικά αυτά έχουν καταγραφεί ως «Νοεμβριανά».
Εξορία
Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν.
Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά.
Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική.
Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν κ.α. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο.
Ο Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες.
Κατέλυσαν στο Grand Hotel μαζί με άλλους σημαντικούς εξόριστους.
Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά, ενώ μάθαινε στις κόρες του ελληνικά με ένα αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος.
Τα νέα περί ανακωχής των Κεντρικών Δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους.
Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει τους Βασιλικούς πίσω για να τους δικάσουν.
Αυτή η είδηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Μεταξά και τον ανάγκασε να σκεφτεί για πρώτη φορά την περίπτωση της απόδρασης.
Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν, ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής. Αποφασίστηκε να κλέψουν το αυτοκίνητο του νομάρχη γιατί ήταν το μοναδικό το οποίο μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ.
Στο σχέδιο συμμετείχαν ο Δημήτριος Γούναρης και ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ενώ ο Ιωάννης Σαγιάς αρνήθηκε να συμμετάσχει.
Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία.
Μετά την αποβίβασή τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου.
Τελικά, στις οκτώ το βράδυ, οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες.
Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοσή τους στη Γαλλία.
Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Ρώμη για να συναντήσει τον πρωθυπουργό σχετικά με τις εδαφικές απαιτήσεις της Ελλάδας, οπότε συζητήθηκε και το θέμα των φυγάδων.
Παρ’ όλες τις πιέσεις του ο Ιταλός πρωθυπουργός αρνήθηκε να εκδώσει τους φυγάδες στην Ελλάδα.
Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων.
Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση.
Ο Μεταξάς όντας μασόνος ζήτησε τη βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις. Ύστερα από πιέσεις τον μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Τιττόνι (Tittoni), η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις πόλεις Περούτζια, Σιένα ή Λούκκα.
Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα.
Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο.
Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου.
Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία.
Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε θάνατο.
Τον Μάιο του 1920 οι τρεις εξόριστοι έπαψαν να θεωρούνται κρατούμενοι των συμμάχων. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένειά του μετακόμισαν στη Φλωρεντία.
Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.
Ας δούμε την Πολιτική σταδιοδρομία του

Ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία, ο Μεταξάς αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο ταξίδι για να επισκεφθεί μερικούς φίλους.
Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, ενώ επισκέφθηκε και τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη.
Ύστερα από αυτές τις συναντήσεις αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη.
Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους.
Στις 30 Νοεμβρίου του 1920επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή.
Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Πριν αναχωρήσει από την Κεφαλλονιά ίδρυσε τον «Πολιτικό Λαϊκό Σύλλογο» που σκοπό είχε την επίβλεψη των βουλευτών του νησιού.
Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά έφυγε από τη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκε στο Φάληρο.
Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως.
Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του.
Στη συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος.
Στην αρχή, αφού συζήτησαν τα περί Μικρασιατικής εκστρατείας, του πρότειναν τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου του Αντιστράτηγου.
Μετά την άρνηση του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης δε δίστασε να του προσφέρει την ίδια την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας.
Παρόλα αυτά ο Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα.
Το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο Γενικό Επιτελείο, όπου προεξοφλούσε την ήττα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στη Μικρά Ασία. Ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση στις 29 Μαρτίου χωρίς αποτέλεσμα.
Τελικά, η Μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική καταστροφή του ελληνισμού στη Μικρά Ασία.
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς τον κάλεσε στα ανάκτορα στο Τατόι.
Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Μεταξά να συντάξει την επιστολή παραίτησής του προς τον ελληνικό λαό. Η κατάσταση ήταν και για τον ίδιο ανησυχητική, γιατί δεχόταν συνεχώς απειλές για τη ζωή του.
Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντι-Βενιζελικών.
Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη των Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη.
Έτσι τα μεσάνυχτα της 21 Οκτωβρίου του 1923 ξέσπασε το κίνημα εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης.
Το κίνημα αυτό καθοδηγούσε παρασκηνιακά ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος φοβόταν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς.
Στην αρχή φάνηκε ότι οι κινηματίες υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα από τις συντονισμένες προσπάθειες των Κονδύλη και Πάγκαλου κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο.
Τελικά το κίνημα έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου και ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του, με νορβηγικό πλοίο από την Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.
Το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα και αποδέχτηκε την νέα πολιτική σκηνή.
Η κατάσταση που συνάντησε ήταν πραγματικά δραματική, αφού το κόμμα του είχε διαλυθεί από τους Βενιζελικούς.
«Κατεστράφη το κόμμα μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του.
Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία, ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης εκπροσώπησαν τον βασιλόφρονα πολιτικό κόσμο.
Προκειμένου να ανασυγκροτήσει το πολιτικό του κόμμα, ξεκίνησε περιοδείες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης.
Με τη δικτατορία Πάγκαλου φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε.
Επέστρεψε όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926, όπου συγκέντρωσε 151.044 ψήφους και κατέλαβε 51 έδρες από τις 286.
Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη.
Ως υπουργός ο Μεταξάς ήταν αρμόδιος για το ζήτημα της σύμβασης που είχε υπογραφεί επί της δικτατορίας του Πάγκαλου με την εταιρεία ηλεκτρισμού «Πάουερ» με όρους δυσμενείς για το ελληνικό δημόσιο.
Η κυβέρνηση της Βρετανίας διαμήνυσε στην ελληνική κυβέρνηση ότι αν δεν επικυρωνόταν η σύμβαση δε θα είχε πρόσβαση σε δανειοδότηση από την αγγλική χρηματαγορά.
Ως αρμόδιος υπουργός ο Μεταξάς κατάφερε να πείσει τους απρόθυμους βουλευτές να υπερψηφίσουν τη σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι η αυτοδυναμία της Ελλάδας «από απόψεως νομοθετικής» περιοριζόταν «υπό της παντοδυναμίας» των κρατών με τα οποία διατηρούσε σχέσεις.
Το Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχώρησαν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη.
Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες απέσπασαν μόνο 22.518 ψήφους και ανέδειξαν δύο γερουσιαστές.
Το ίδιο περίπου συνέβη και στις βουλευτικές εκλογές του 1932, στις οποίες το κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε 18.591 ψήφους και κατέλαβε τρεις έδρες.
Παρόλα αυτά ο Μεταξάς συμμετείχε στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εσωτερικών.
Στις 11 Οκτωβρίου του 1934 ο Βενιζέλος, από τα Χανιά όπου κατοικούσε, αποφάσισε να εγκαινιάσει σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα σχετικά με τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού.
Ύστερα από μερικές μέρες ο Μεταξάς απάντησε στις «μυθοπλασίες», κατά τον ίδιο, του Βενιζέλου εγκαινιάζοντας δικιά του σειρά άρθρων στην εφημερίδα Καθημερινή. Η αρθρογραφία των δύο αντρών τελείωσε στις 23 Ιανουαρίου του 1935, με το τελευταίο άρθρο του Μεταξά. Συνολικά ο Βενιζέλος δημοσίευσε 37 άρθρα, ενώ ο Μεταξάς 70.
Μέσα από την αρθρογραφία φαίνεται η απέχθεια που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ισχυρισμοί του Μεταξά κρίνονται περισσότερο αξιόπιστοι.
Προς υπεράσπισή του ο Μεταξάς αναφέρει ένα έγγραφο της Γερμανικής κυβέρνησης, με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έδινε εγγυήσεις στον Βασιλιά σε περίπτωση παραμονής της χώρας στην ουδετερότητα.
Ο Βενιζέλος το αρνήθηκε αλλά οι σύγχρονες μελέτες στα γερμανικά αρχεία απέδειξαν ότι πράγματι το έγγραφο υπήρξε.
Από την άλλη, οι διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βούλγαρους συμμάχους των Γερμανών ύστερα από την παράδοση του Ρούπελ από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, αποδεικνύουν τις όποιες εγγυήσεις ουδετερότητας στην καλύτερη περίπτωση ανεφάρμοστες.
Το 1935 το κόμμα του Μεταξά ανέδειξε επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους, ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους.
Η απελπισία του ήταν έκδηλη. Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί.
Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας.
Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες.
Καμία εκδήλωσις έξω.
Σήμερον επίσης, παρ’ όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία.
Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης.
Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά.
Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα». Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της.
Σημείωση :Τα ανωτέρω στοιχεία είναι μέσα από έγκυρες Ιστορικές πηγές .
Η Συντακτική Ομάδα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: