ΠΡΟΣΩΠΑ- ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

20187690_10213464959433370_1461806574_n

 

Η ποιήτρια Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου λέει χαρακτηριστικά για την ποίηση «Η ποίηση είναι μία αντίσταση, μια διαμαρτυρία για όλα όσα η ανθρωπότητα, αν και δικαιούται, εντούτοις τα στερείται δραματικά!»

ΒΕΛΟΝΕΣ

 

Όχι, ποτέ δεν είμασταν

τελείως προετοιμασμένοι.

Γι’ αυτό και  στο μεταλλικό

κουτί για τα μπισκότα

καιρό τώρα φυλάγαμε

όχι κλωστές και δαχτυλήθρες

αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.

 

Βελόνες του ραψίματος

– σχιζότανε ο μύθος σου

κι οι αποτρόπαιες ρωγμές

έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

 

βελόνες γραμμοφώνου

– παράφωνες ηχούσαν τελευταία

οι προσευχές

και συστηματικά απουσίαζε

απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

 

βελόνες για ενέσεις

– έτσι για την τιμή των όπλων

να μη φανεί πως μια παρ-αίνεση

που η ελπίδα θα ’θελε

εμείς την αρνηθήκαμε –

 

ακόμα και πευκοβελόνες

– εύφλεκτες και ολισθηρές

σε απειλούσανε με πυρκαγιά

ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο

και τρυπημένα χέρια

λαμπάδιαζαν και τότε

«ο σωθείς

γράφεται με ήτα Ευτυχούλα;»

 

Όμως εγώ

μόνο μια ήττα ήξερα, μπαμπά

κι αυτήν όσο κι αν το παλέψαμε

στάθηκε αδύνατο

να μην την υποστούμε.

 

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008

 

 

 

 

ΑΠΟ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

 

Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο

απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.

Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό

και ναυαγός στον ίλιγγο

ζάλη τη ζάλη

σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.

 

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;

Σε μια αποθήκη γυαλικών

κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.

Κορίτσια απαρηγόρητα

φορούνε τις κουρτίνες νυφικό.

Οι νεραϊδούλες νόσησαν

και βήχουν ασταμάτητα

κι όσο να πεις

μια άλλη οικειότητα

θεριεύει στο σκοτάδι.

 

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;

Υποδειγματικά εξέτισα

όποιο κενό μού αναλογεί.

Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.

Τόσα σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση

κι απ’ ώρα σ’ ώρα

η στάθμη του νερού να εξαντλείται.

 

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008

 

 

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

 

Θα ’λεγα πως πηγαίνετε καλά!

Ως την επόμενη εξέταση

δεν αποκλείεται να ’χετε γίνει άγγελος.

Βλέπετε, πολλοί οι υποψήφιοι

και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;

 

Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!

Και βέβαια το ξέρω

πως μόνο σ’ εσάς δε θα συμβεί.

Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε

στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:

Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφθώ το Μόναχο

και εναλλακτικά:

Θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας.

 

Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα

ας μη συγχέουμε την υστερία με το ένστικτο.

Ανώδυνα, ό,τι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε

σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:

πρώτα μαλλιών

– να μη σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους –

μετά κιλών

– καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ

μια δεύτερη ανάγνωση του βίου –

και τέλος χρώματος

– αυτό έχει σχέση με τον ήλιο

αλλά πού να σας το εξηγώ επακριβώς.

 

Κι άλλωστε

σας μιλώ ως ιατρός

ανίατων ψευδαισθήσεων

και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν.

 

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008

 

 

 

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ

 

Ο θάνατος από βραδύς μας έφραζε το δρόμο

κι εγώ που από μικρό παιδί

τα έτρεμα τα καλοκαίρια

θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία

ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών

όπως

όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ

κι όλα τα φίδια

οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι

λιωμένες απειλές κατρακυλούν

μέσα στο νεροχύτη.

 

Όμως σιδηρουργείο η ζωή

και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη

όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές

αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους

και πανωφόρια αδειανά

μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

 

Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας

κοντεύω να πιστέψω

πως ίσως και να με ακούς

πως κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ.

Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω

τη διάλεκτο των περιστεριών

μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου

ίσως κι εκείνη η καθ’ έξιν υπνηλία μου

τις Κυριακές στον όρθρο.

 

Όμως κακά τα ψέματα

ήρθε ο καιρός

τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε

τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα

κι η χρυσαφένια άμαξα

ξανάγινε κολοκύθα.

 

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008

 

ΡΕΖΕΝΤΑ

 

Εκείνη:

-Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ

τα λόγια μου με τη φωνή μου.

Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν

ηχώ από βράχια που έπεφταν

ίχνη γεμάτη μιας αφής

που όμως της λείπαν δάχτυλα

-κάποιος μετράει

επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του

τα βρίσκει πάντοτε λειψά-

μια επανάληψη αστροφεγγιάς

κι ύστερα πάλι το άδειο

 

και όταν λέμε άδειο

δεν εννοούμε τη σιωπή

αλλά να ζεις το αταίριαστο

κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

 

Εκείνος:

-Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά

ανέλπιστα κάποια στιγμή

τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά

 

κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της

η ηλικία του καθρέφτη

– θα λήξει κάποτε κι αυτή

σύντομη σαν διήγηση

με έκβαση προβλεπόμενη –

κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές

και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

 

Η απάντηση θα ’ρθει μια βραδιά

όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς

του κόσμου όλα τα σεντόνια

-τι θά ’βρουν τότε

να φορέσουν τα φαντάσματα

ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος

για να μας διεκδικήσει;

 

Εκείνη:

-Μα τι κουβέντες κύριε

τι απερισκεψία

κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε

αίφνης πραγματοποιηθούν

-για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα-

τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών

πού θα παιχτεί

κι εμείς που ως γνωστόν

φοβόμαστε το χιόνι

χωρίς μία παράσταση

 

πώς θα περάσουμε το απόγευμα

πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

 

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012

 

 

 

BERLIN ALEXANDERPLATZ

 

Κανονικά, με λένε Σόνια.

Μίτσε, με βάφτισε ο Φραντς

– μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.

Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.

Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι

περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια

σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz

στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες

κι αφού των πληκτικών επεισοδίων

διασχίζω την ομίχλη

βρίσκομαι σώα σαν νεκρή

στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.

 

Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.

Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών

πλημμύρα ακυβέρνητη

λεβάντα και θυμίαμα

γαζία και λιβάνι.

 

Όμως, εγώ

πάντοτε αλήθεια σού έλεγα, Φραντς.

Ω, μα και βέβαια μπορούσα

μόνο εσένα ν’ αγαπώ

ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος

μην τα σκαλίζεις τώρα πια

ήπιε απλώς ένα κονιάκ

έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας

κι έπειτα εξαφανίστηκε.

 

Κι άφησε, Φραντς

τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι

άστο μες στο κλουβί του το πουλί

μη μου το πνίγεις

πονάω Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς

χύθηκε κάτω όλο το νερό

ποτέ ξανά τιτίβισμα

ποτέ ξανά μισή αγκαλιά

γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς

δε σε ακούω πια

πούπουλα και φτερά

δε σε πονάω πια

μόνο φτερά

δε με πειράζει τώρα πια…

 

Οι άνθρωποι στο δάσος

πεθαίνουν πάντα από ντροπή.

 

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ  Ι

 

Αρπαγμένος καθώς ήταν ο καιρός

από το φως μιας κάμαρης κλειστής

σκέπασε με το σώμα του

κήπους και λόγια και φεγγίτες

κι όπως σκοτάδι παλαιό

φύσηξε ρίγος στις κλειδώσεις μου

είσαι η διήγηση ενός κλάματος

μου είπανε

γυαλί και κρότος μακρινός

μουσείου αίθουσα που εκτίθενται

απίστων προσευχές.

Μισή ζωή θα κατοικείς

σ’ ένα κομμάτι πάγου που επιπλέει

κι άλλη μισή

θ’ ανοιγοκλείνεις παρενθέσεις

– παράγουν ήχο ανώτερο

κι απ’ του ακορντεόν –

 

«Πόσο λυπάμαι

τα χρόνια που πήγαν χαμένα

πριν να γνωρίσω εσένα…»*

 

Και τέρμα πια η χρυσόσκονη

πάνω στις γρατζουνιές

άσ’ την ν’ ανθίσει σαν μανόλια την πληγή

να φοβηθούν οι άγγελοι

και τα μεγάλα έντομα

πίσω απ’ τις τζαμαρίες.

 

Μα, προπαντός, μην ξεγελιέσαι.

Δε ζωντανεύουν οι αστερίες

γονατισμένη επί ώρες στα σανίδια

θάλασσες να φυτεύεις με φύκια και βυθούς.

Χρειάζεσαι, να μη σου πω, ακόμα και πνιγμένους.

 

«Και η βάρκα γύρισε μόνη

δίχως μέσα τον ψαρά…»**

 

Το γέλιο σου, λοιπόν

είναι όλο κι όλο το ταξίδι

τα σκοτεινά του υπόγεια με τα υγρά χωράφια

– μικρά κορίτσια κουρεμένα

παίζουν εκεί κυνηγητό

και των ασθενοφόρων τις σειρήνες

προσποιούνται –

 

το γέλιο σου

μόνον αυτό

που ανάβει τα πολύχρωμα βιτρό

στα βλέφαρα των αποκοιμισμένων.

 

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012

 

Κυρία Λουκίδου τι είναι ο χρόνος για εσάς;

Ο χρόνος είναι φτιαγμένος για τις συνειδήσεις μας. Για την ακρίβεια, για τη διαμόρφωση της συνειδητότητάς μας.

Το πεπερασμένο, που προς το παρόν είμαστε, θέλει χρόνο μέχρι να αντιληφθεί την αιωνιότητα που δικαιούται και στην οποία ανήκει.

Μέχρι τότε, αποκομμένοι καθώς είμαστε από την πηγή της Ζωής, που είναι η σύνδεση με το Πνευματικό φως, τείνουμε να μιμούμαστε τον Δημιουργό, καταθέτοντας δημιουργίες που ευελπιστούμε -αυτές τουλάχιστον-  να αντέξουν στον χρόνο, σαν μια υποτυπώδη αντίσταση στο αμετάκλητο του θανάτου.

Ο χρόνος όμως είναι το απαραίτητο μεσοδιάστημα, μέχρι να ωριμάσει η ανθρωπότητα, προκειμένου να αποδείξει ότι της ανήκει το «πάντα».

Και όταν μιλώ για ωριμότητα, αναφέρομαι στη σταδιακή απεξάρτηση του ανθρώπου από τη μικρότητα, την κακία και την εχθρότητα.

Δε θα είχε άλλωστε κανένα νόημα η αιωνιότητα, αν επρόκειτο να διαιωνίσει το κακό και μίζερο που ακόμα δυστυχώς εκπέμπουμε.

Αν η αγάπη μετουσιωθεί σε αβίαστη κατάσταση βίου, τότε πιστεύω ότι ο χρόνος θα πάψει να υφίσταται, καθώς με έναν μαγικό τρόπο θα γίνουμε αυτό για το οποίο είμαστε προορισμένοι. Θα ενωθούμε με την αγάπη που συνδέει, συντηρεί και διαιωνίζει τη ζωή.

O Σεφέρης είπε «μη μας προλάβει ο καιρός». Πώς μπορούμε να αντισταθούμε στον χρόνο;

Η μεγαλύτερη αντίσταση στον χρόνο είναι η συμφιλίωση μαζί του.

Γιατί να μην τον αντιμετωπίσουμε σαν σύμμαχο που μας παρέχει τη διάρκεια, ώστε να αλλάξουμε, να αναμορφώσουμε, να επιλέξουμε;

Συμφιλίωση είναι βέβαια και η ίδια η δημιουργία ως εσωτερική αλλά και εξωτερική πραγματικότητα, είναι η διάλυση του «εγώ» μέσα στο «είναι».

Αυτό είναι ό, τι πιο οδυνηρό για τον άνθρωπο, ο οποίος, ενώ ξεκινά τη ζωή του μαθαίνοντας όλους τους τρόπους, προκειμένου να ξεχωρίσει και να διακριθεί, ξαφνικά καλείται να διαλύσει το εγώ ή έστω να το εντάξει σε ένα «είναι», που έχει ωστόσο εντός του ψήγματα αιωνιότητας.

Μας προλαβαίνει ο καιρός, όταν κινούμαστε έξω από εμάς, πυγμαχώντας με σκιές που επινοούμε, για να έχουμε την ψευδαίσθηση πως κάποιοι αντιμάχονται την αδιαπραγμάτευτη αξία μας! Αστεία πράγματα! Ακούσαμε ποτέ το φως να φωνάζει «φέγγω, φέγγω!!!»;

Έχετε γράψει επτά ποιητικές συλλογές. Υπάρχει κάποιο κοινό θέμα που τις συνδέει; Πώς θα περιγράφατε την καθεμία ξεχωριστά;

Η απώλεια, ο έρωτας και φυσικά όλα όσα πλήττουν την αξιοπρέπειά μας είναι φαντάζομαι ο κοινός παρονομαστής της θεματολογίας όλων των ποιητών. Εντούτοις, καθένας με τη δική του φωνή μιλά γι’ αυτά τα θέματα, τη δική του διαμαρτυρία αρθρώνει και με το δικό του ύφος αναζητά την ταυτότητά του μέσα από τη γραφή. Εκείνη η συλλογή που θα έλεγα ότι επικεντρώνεται αποκλειστικά στον θάνατο είναι «Ο όροφος μείον ένα» από τις εκδόσεις Καστανιώτη που έχει κοινό θεματικό κέντρο τον θάνατο και την πορεία ως αυτόν, με αφορμή την περιπέτεια υγείας του πατέρα μου με τον καρκίνο.

Η τελευταία συλλογή μου «Το επιδόρπιο» εκδόσεις Κέδρος πραγματεύεται τα θέματα με πιο θεατρικό τρόπο.

 

Τι είναι για εσάς η ποίηση;

Η ποίηση είναι μία αντίσταση, μια διαμαρτυρία για όλα όσα η ανθρωπότητα, αν και δικαιούται, εντούτοις τα στερείται δραματικά!

Είναι μια απόπειρα επανασύνδεσης του ανθρώπου με την αρχή του, που είναι η Αθωότητα και η Αγάπη. Μέσα από την ποίηση αναζητούμε εκείνες τις χρυσές κλωστές που μας είχαν δεμένους με το παιδί που ήμασταν και με την αγάπη απ’ την οποία αποκοπήκαμε. Αυτές ψάχνουμε να μας οδηγήσουν στα στέρεα μονοπάτια που απαρνηθήκαμε, γιατί δυστυχώς πειστήκαμε πως κάπως έτσι θα ωριμάζαμε.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ποιητές; Έχουν επιδράσει στον τρόπο γραφής σας;

Πολλοί ποιητές είναι αγαπημένοι και αμετακίνητα παρόντες -αθέατοι και διακριτικοί- την ώρα της γραφής του ποιήματος.

Ο Θέμελης, η Καρέλλη, ο Βαρβιτσιώτης, ο Σαχτούρης, ο Καρούζος, ο ύστερος Λειβαδίτης, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Λεοντάρης, ο Βαρβέρης αλλά και πολλοί ζώντες ποιητές, έλληνες και ξένοι, που είναι σχολείο και μάθημα υψηλής αισθητικής, ο καθένας με τον τρόπο του να αντιλαμβάνεται και να μεταδίδει το ανεκπλήρωτο.

Υπάρχει συνταγή επιτυχίας στη συγγραφή ενός ποιήματος;

Το αισθητικό κριτήριο είναι κάτι που με τον καιρό αποκτιέται ύστερα από πολλά διαβάσματα, από πολλά γραψίματα και οπωσδήποτε ύστερα από ακόμα πιο πολλά σβησίματα. Η ίδια η προσωπικότητα του ατόμου, η διάλυσή του μέσα στον λόγο και η αναζήτηση της βαθιάς σιωπής που λαμπυρίζει είναι στοιχεία που με τον καιρό αποκτιούνται. Οπωσδήποτε, η συγκίνηση είναι το ζητούμενο ως κατάσταση λεπταίσθητης και αδιόρατης επιδρομής ενός λυγμού που υποφώσκει. Η συγκίνηση όμως παράλληλα με έναν λόγο που να έχει λόγο ύπαρξης, έναν λόγο που να μιλά σιωπώντας και να σιωπά λέγοντας.

Ο T.S. Eliot το είπε καθαρά: «Η ποίηση δεν είναι µια απελευθέρωση συναισθήµατος, αλλά µια απόδραση από το συναίσθηµα. Δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά µια απόδραση από την προσωπικότητα. Και συνεχίζει: Αλλά βέβαια, µόνον όσοι έχουν προσωπικότητα και συναίσθηµα γνωρίζουν τι σηµαίνει να θέλεις να δραπετεύσεις από αυτά».

Παίζει κοινωνικό ρόλο η ποίηση, κι αν «Ναι», πώς μπορεί να συνδράμει στη συνολική κρίση της ελληνικής κοινωνίας;

Η ίδια η πράξη της γραφής είναι μια πολιτική πράξη και κατ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση αντιστέκεται με όπλο της τη γλώσσα, τον αλεξίσφαιρο αυτό οργανισμό που προφητεύει και ανακαλεί, δηλώνει και επιτίθεται, μετατοπίζοντας την όραση με όχημά της τη μεταφορά. Μια μετατόπιση που θα αποδειχτεί πιο επίκαιρη από ποτέ, ιδιαίτερα τώρα που συντελούνται στον κόσμο αλλεπάλληλες οικονομικοκοινωνικές μετατοπίσεις. Η ποίηση διδάσκει την αντίσταση στη φθορά και γενικά την αντίσταση σε κάθε τι αμετάκλητο. Είναι λοιπόν σημαντική η συνδρομή της τώρα που πάει να γίνει αμετάκλητη η επιδρομή της σύμβασης και η παντελής απουσία αισθητικής από τη ζωή μας. Αυτή η τελευταία άλλωστε ευθύνεται και για την κρίση στην ηθική που ουσιαστικά βιώνουμε τώρα.

Ποιο είναι το δικό σας στοίχημα μέσα από τον ποιητικό λόγο;

Δε βάζω κανένα στοίχημα. Συνεπής στην αλήθεια μου κάθε φορά προσπαθώ να είμαι και να αφουγκράζομαι τη βουή μέσα μου. Κάθε παρέκκλιση από το ανεπιτήδευτο αργά ή γρήγορα μας εκθέτει ανεπανόρθωτα. Στόχος θα έλεγα είναι να διασωθεί η ποίηση μες στα ποιήματα.

 

Νότα Χρυσίνα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: