Πρόσωπα : Γιώργος Γκανέλης

22710041_10214297059395349_1937628154_n

 

Ο Γιώργος Γκανέλης λέει: «Η Ποίηση μπορεί να δράσει καθαρτικά, απολυτρωτικά και επουλωτικά, κυρίως όμως αφυπνιστικά». «Σήμερα, δυστυχώς, ο αφυπνιστικός της ρόλος είναι περιορισμένος αφού και οι ίδιοι οι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν».

 

 

ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ

 

Τώρα που νυχτώνει νωρίς

οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.

Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό

νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση

φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.

Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί

που σπάει μόλις το κοιτάξεις

έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.

Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης

ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν

χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

 

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία

δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της

κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού

στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια

ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς

μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης

κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο

χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.

Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών

κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

 

Τώρα που ξημερώνει αργά

οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

 

 

ΑΠΑΘΕΙΑ

 

Ν’ αρχίζεις το πρωί με χαμόγελο

είναι πια μια πολυτέλεια

να τελειώνεις το βράδυ με λυγμό

μια αναγκαστική συνήθεια.

Να είσαι ο εαυτός σου δύσκολο

να κρύβεσαι πίσω από σκιές θεμιτό.

Έχουν αλλάξει οι ρόλοι

μας έχουν καθυποτάξει οι μέτριοι

κι εμείς θεατές των εξελίξεων.

 

Φτάσαμε στα πρόθυρα του τίποτα

με υποσχέσεις χωρίς προστατευτικό κάλυμμα.

Οι ουρανοί διάτρητοι, το μέλλον αβέβαιο.

Κι οι τουρίστες στο Σύνταγμα

με το σακίδιο στον ώμο ν’ απορούν

βλέποντας επαίτες στους δρόμους

να εκλιπαρούν για βοήθεια.

 

Η απάθεια είναι μια ακόμη ήττα.

 

 

ΑΠΑΙΤΗΣΗ

 

Απαίτησα απ’ τη ζωή μου μια προκυμαία ήσυχη

με δεμένες βάρκες στην προβλήτα

γαλήνια νερά, καθαρή θάλασσα

κι ένα φεγγάρι αφόρητα αληθινό.

Βρήκα πολύβουα λιμάνια

με αφίξεις επιβατικών πλοίων τα χαράματα

βρόμικα νερά με πετρέλαιο και αίμα

καθώς η βροχή χτύπαγε ανελέητα τις λαμαρίνες.

 

Απαίτησα απ’ τη ζωή μου λίγη ομορφιά

δυο πεταλούδες να ερωτεύονται στη λίμνη

μια κατάλευκη άνοιξη να καταπίνει  το σκοτάδι

κι η αυλή με λουλούδια και πουλιά.

Συνάντησα την κακοτεχνία των πόλεων

βιαστικούς έρωτες με ημερομηνία λήξης

χειμώνες να λαξεύουν τον ήλιο

κήπους δίπλα σε υπονόμους.

 

Απαίτησα την καθαρότητα του αισθήματος

ήρθα αντιμέτωπος με την ψυχρότητα της Λογικής.

 

 

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Η Ποίηση, πάντα θλιμμένη ερωμένη

θα μας αποχαιρετά

βιαστικά κουνώντας το καπέλο της

μέσα από σμήνη αποδημητικών πουλιών

κι απ’ τον ουρανό λέξεις θα πέφτουν διάσπαρτες.

 

Και μετά ο ήλιος θα παγώνει κάτω απ’ τα πλατάνια

τα σύννεφα θα στέλνουν μιαν ακόμη βροχή

λασπωμένη και κίτρινη

κι η άνοιξη θα διαμελίζεται στα στενά.

 

Η Ποίηση, το πρώτο μας τσιγάρο

η τελευταία μας ελπίδα κι η διάψευσή της.

 

 

 

ΝΕΟΙ

 

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη

 

Κι όμως ήμασταν κάποτε νέοι˙

μ’ ένα πανέρι στο χέρι τρυγούσαμε τα άστρα

το φεγγάρι σφίγγαμε δυνατά

να στάξει χυμό ελπίδας

το ουρλιαχτό λογχίζαμε και την ανεμοθύελλα

ρίχναμε χαλίκια στο στόμα του ήλιου

να ρητορεύει στις πιάτσες της βροχής

ξορκίζαμε τα πρόωρα φθινόπωρα

και τους συμβιβασμούς μιας παγωμένης μέρας.

 

Τώρα η μοναξιά ζητάει αντίβαρο

ο φόβος του μεσημεριού ένα ουράνιο τόξο

η προσδοκία για ζωή λίγη επιβεβαίωση.

Τώρα βαδίζουμε πάνω σε σκοινί ισορροπίας

σε κοφτερά γυαλιά στην πίστα του θανάτου.

Τώρα ο πανικός μια λέξη ευκαιρίας

και μια επένδυση στη λησμονιά.

 

Κι όμως κάποτε ήμασταν νέοι.

 

 

ΛΗΘΗ

 

Παραμονή Πολυτεχνείου

και στους δρόμους η μοναξιά

υποθάλπει όλη τη μεταπολιτευτική ευδαιμονία

στα φουαγιέ οι κριτικοί συζητούν

για την εξέλιξη της τέχνης

ο κύβος ερρίφθη για τις επόμενες γενιές

με μέρες χτισμένες από μπετόν.

Ανόητες διαπιστώσεις από τους ειδικούς

πληρωμένες πένες προαναγγέλλουν ανάπτυξη

μηχανικά χαμόγελα σε αίθουσες παγωμένες

και αύριο μια παρόμοια εικόνα χωρίς εφέ.

 

Παραμονή Πολυτεχνείου

στα Εξάρχεια καλοντυμένοι έφηβοι

κυνηγάνε μια νύχτα ρετρό

οι φωτεινές επιγραφές σιγοντάρουν τη λύπη.

Δεν έχω λόγια, δεν έχω άμυνα

η βροχή που αναμένεται

θα ξεπλύνει τα πεζοδρόμια, τις ψυχές και τη μνήμη.

 

 

 

 

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

 

Τις νύχτες κατεβάζω απ’ το ταβάνι το φεγγάρι

και το βάζω πάνω στα βρόμικα σεντόνια.

Απουσίες περιπολούν στο δωμάτιο

σκέψεις κυλιούνται στο πάτωμα

και μνήμες βγαίνουν απ’ το κομοδίνο.

Ανοίγω κατά λάθος την ντουλάπα

εικόνες της ζωής μου σιδερωμένες στις κρεμάστρες

όλα με τάξη τακτοποιημένα

περιμένοντας το αναπόφευκτο.

 

Και μετά από χρόνια

θ’ ανακαλύψουν τις πατημασιές μας στο ταβάνι

εκείνες τις νύχτες του καλοκαιριού.

 

Κάποτε θα πούνε ότι υπάρξαμε…

 

 

 

ΚΙ ΑΝ

 

Κι αν περπατώ ξυπόλητος στ’ αγκάθια την ώρα που το φεγγάρι πέφτει στη θάλασσα

κι αν πνίγομαι σε μια σταγόνα νερό ενώ βρέχει ακατάπαυστα απ’ το πρωί

κι αν αγγίζω τις παρυφές κάποιου σώματος ξεχνώντας ότι δεν έχω δάχτυλα

κι αν ανακαλύπτω ακόμη ποιήματα μέσα σ’ επιστημονικά βιβλία

κι αν ο αέρας πάγωσε στη μέση του δρόμου μια μέρα τ’ Αυγούστου

κι αν το τραγούδι έχασε τα λόγια του γιατί το λήστεψε η παραφωνία

κι αν θέλω να φορέσω την ομορφιά σου κατάσαρκα στον κήπο με τις τσουκνίδες

κι αν στέκομαι στη μέση του τίποτα κάνοντας σινιάλο στην ανυπαρξία

κι αν οι λέξεις καρφώνονται στο χαρτί σαν αδέσποτες σφαίρες

κι αν το παρόν απαξιώνεται πάντα απ’ την εισβολή της μνήμης

κι αν απαιτώ λίγο συναίσθημα και πέφτω πάνω σε βράχους

κι αν ο ήλιος είναι τυφλός και λάμπει μόνο τη νύχτα

κι αν εφευρίσκω καινούργιες ζωές μέσα στην ταραχή του ύπνου μου

κι αν ο έρωτας ήταν μια πλάνη κι εγώ ακόμη τον εμπιστεύομαι

κι αν γέμισε η φωνή μου παράσιτα κι έμεινε στ’ αζήτητα για χρόνια

κι αν η μεγάλη Ιδέα της νιότης μας απέκτησε ρυτίδες

κι αν ο καπνός του τσιγάρου έψαχνε διέξοδο και τρύπησε το ταβάνι

κι αν ο κόσμος γυρίσει ανάποδα κι εγώ μείνω στη θέση μου

 

τίποτα δε θα ‘ναι όπως παλιά – κι εγώ νεκρός θα κείτομαι στην αγκαλιά σου.

 

 

 

 

ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

 

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:

Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης

Ο σταθμάρχης των τρένων

Και μια ξυπόλητη γυναίκα.

Ο πρώτος γιατί του αγόρασα

Όλες τις διεγερμένες μνήμες

Ο δεύτερος επειδή με είδε

Να ξαπλώνω πάνω στις ράγες

Και η γυναίκα διότι λέει

Κατασκευάζω θλιβερές  εικόνες

Πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

 

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω

Το μόνο που ακόμα καταφέρνω

Είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα

Και να καρφώνω στο χαρτί

Τα δυο μου χέρια.

 

 

 

ΘΕΑΤΡΙΚΟΙ ΡΟΛΟΙ

 

Ο άσχημος γελωτοποιός

Περίμενε τη βροχή

Για ν’ αρχίσει να κλαίει.

Μετά έβγαλε τα παπούτσια του

Καβάλησε ένα μηχανάκι

Και με ταχύτητα ανέβαινε στον ουρανό.

 

Στο μεταξύ, έξω απ’ το θέατρο

Ένας φωτογράφος αποθανάτιζε τη σκηνή

Οι λασπωμένοι δρόμοι ζητούσαν αυτόγραφο

Το βρέφος που γεννήθηκε σήμερα

Έμαθε να παίζει πιάνο.

 

Δεν είναι δικό μου το παιδί

Δεν ήμουν ποτέ παιδί

Αφήστε για λίγο τους ηθοποιούς

Να εκφραστούν ελεύθερα

Γιατί αν σταματήσει να βρέχει

Τους ρόλους τους

Θα τους υποδυθείτε εσείς.

 

 

 

ΑΛΛΑΓΗ ΘΕΣΗΣ

 

Μου είπαν ότι έπρεπε να πεθάνω.

Από νωρίς ετοίμασα τις βαλίτσες μου

Και ξεκίνησα για το νεκροταφείο.

Στο δρόμο συνάντησα το σκύλο μου

Περιχαρή για την απώλειά μου

«Απαλλάχτηκα απ’ τις γκρίνιες σου» είπε

Κι άρχισε να μου ξεσκίζει τη σάρκα.

Σκελετός πια, συνέχισα να περπατώ

Ώσπου αντάμωσα το σπιτονοικοκύρη

Που ερχόταν απ’ το κρεοπωλείο

«Ομόρφυνες και πάχυνες» είπε

«Εκεί που θα πας να προσέχεις τις σαρκικές ηδονές».

Στο τέλος του δρόμου υπήρχε μια θάλασσα

Με ψαροκόκαλα που επέπλεαν στην  επιφάνεια.

 

«Εδώ θα με θάψετε;

Αλλάξτε μου το μέρος γιατί δεν ξέρω κολύμπι».

 

 

Στο ποίημά σας «Ενοχές» αλλά και σε πολλά ποιήματά σας σχολιάζετε την ελληνική πραγματικότητα. Πιστεύετε πως ο έλληνας νιώθει ενοχές για την σημερινή κατάσταση της χώρας του;

Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν την περίοδο 2010-2014, οπότε είναι εύλογο να αποτυπώνουν είτε άμεσα είτε έμμεσα τη δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα που βιώσαμε. Το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση αναλογεί στους πολιτικούς που ασκούσαν εξουσία τις προηγούμενες δεκαετίες, άρα θα πρέπει αυτοί πρωτίστως να νιώθουν ενοχές και όσοι συμπολίτες μας στήριξαν αυτές τις πολιτικές. Με λύπη μου διαπιστώνω ότι απουσιάζει το στοιχείο της αυτοκριτικής και της ανάληψης ευθύνης, με αποτέλεσμα να θεωρούνται όλοι οι Έλληνες συνυπεύθυνοι, ακόμη κι αυτοί που διήγαν έναν λιτό βίο και δεν είχαν εμπλοκή σε φαινόμενα διαφθοράς. Η παραδοχή του λάθους ως απόρροια ενοχής προϋποθέτει και έναν ανώτερο εσωτερικά άνθρωπο με ηθικές αρχές, αυτοσεβασμό και παιδεία, έννοιες που στην εποχή μας έχουν χάσει το νόημά τους.

Έχετε αφιερώσει ποιήματά σας σε ποιητές και μουσικούς όπως τον Μάνο Ελευθερίου, τον Μάριο Χάκκα, τον Θάνο Ανεστόπουλο,τον  Μανόλη Αναγνωστάκη, τον  Άλκη Αλκαίο, τον Σωκράτη Μάλαμα, Τί κοινό έχουν και πώς σάς επηρέασαν;

Μεγάλωσα με τη βελόνα του ραδιοφώνου κολλημένη στο Δεύτερο Πρόγραμμα και κατά συνέπεια έγινα κοινωνός της εξελικτικής πορείας του ελληνικού τραγουδιού. Πάντα έδινα προσοχή στον μελοποιημένο ποιητικό λόγο (Ελύτης, Αναγνωστάκης, Ρίτσος) ή σε στίχους με έντονη ποιητική χροιά (Ελευθερίου, Αλκαίος, Τριπολίτης). Πολλά τέτοια τραγούδια αποτέλεσαν για μένα πηγή ποιητικής έμπνευσης. Ο μελοποιημένος ποιητικός στίχος γίνεται πιο εύκολα προσβάσιμος και αντιληπτός στον μέσο άνθρωπο που δεν έχει τόσο μεγάλη εξοικείωση με την Ποίηση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το «Άξιον εστί» του Ελύτη και η «Ρόζα» του Αλκαίου τραγουδήθηκαν από ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, ιδεολογιών, ηλικιών και μορφωτικού επιπέδου.

Η περίπτωση του Χάκκα μου κέντρισε το ενδιαφέρον όταν άρχισα να διαβάζω «Το κοινόβιο», το τελευταίο του βιβλίο, γραμμένο στο θάλαμο του νοσοκομείου, χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Μου γεννήθηκε το ερώτημα, πώς ένας συγγραφέας που ξέρει ότι το αναπόφευκτο πλησιάζει, έχει το ψυχικό σθένος να αποτυπώνει στο χαρτί όλο αυτό τον εφιάλτη, περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια την επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του. Επίσης, πώς ένας παλιός αγωνιστής, με εξορίες και φυλακίσεις λυγίζει μπροστά στο επερχόμενο τέλος.

Γράφετε στο ποίημά σας «Δίλημμα» «χιλιόμετρα η εγκατάλειψη». Πώς βιώνει ένας δημιουργός σήμερα το κοινωνικό γίγνεσθαι;

Το υλικό δημιουργίας της Τέχνης αντλείται κατά κύριο λόγο από το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις επιπτώσεις που αυτό έχει στο συναισθηματικό κόσμο του δημιουργού. Η σημερινή εποχή προσφέρει απλόχερα τέτοια ερεθίσματα αρκεί ο καλλιτέχνης να μπορεί να τα αφομοιώσει δημιουργικά στο έργο του. Ειδικά οι Ποιητές, επειδή έχουν αυξημένα αντανακλαστικά απέναντι σε θέματα κοινωνικής ανισότητας, οικονομικής ένδειας και ηθικού εκφυλισμού μπορούν καλύτερα να εκφράσουν τα προβλήματα αυτά μέσα από τις πολλαπλές δυνατότητες που τους παρέχει ο ποιητικός λόγος, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να γίνουν γραφικοί.

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την ποίηση που γράφετε σήμερα από τους ποιητές «ποίηση της χρεοκοπίας των ιδεών» παίρνοντας αφορμή και από τον τίτλο της ποιητικής σας συλλογής;

Η σημερινή Ποίηση αποτελεί καταγραφή της σκληρής κοινωνικής πραγματικότητας, της έκπτωσης αξιών και οραμάτων, της ιδεολογικής γύμνιας και ενός πεζού τρόπου σκέψης. Ως εκ τούτου, ακόμα και τα λεγόμενα ερωτικά ή υπαρξιακά ποιήματα κουβαλάνε μέσα τους – έστω και έμμεσα – κάποιες από τις παραπάνω αναφορές. Ο ποιητής δεν είναι αποκομμένος από την κοινωνία, δε ζει σ’ ένα γυάλινο δωμάτιο, είναι αναγκαστικά φορέας των γεγονότων που εξελίσσονται και άρα το έργο του μπορεί να αξιοποιηθεί  ως ιστορική μαρτυρία από τις επόμενες γενιές. Επίσης, αυτή η εν γένει χρεοκοπία εκφράζεται και μέσα από τη μορφή των σημερινών ποιημάτων (με απουσία επιθέτων, με λέξεις του συρμού, με ειδικό λεξιλόγιο από το χώρο της τεχνολογίας κτλ).

«Η απάθεια είναι μια ακόμη ήττα» γράφετε στο ποίημά σας «Απάθεια». Πώς ανταποκρίνεται η ποίηση στα προβλήματα της κοινωνίας;

Η Ποίηση μπορεί να δράσει καθαρτικά, απολυτρωτικά και επουλωτικά, κυρίως όμως αφυπνιστικά. Βέβαια, αυτό συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές, όταν ήταν άλλα τα πρότυπα και άλλες οι αξίες. Σήμερα, δυστυχώς, ο αφυπνιστικός της ρόλος είναι περιορισμένος αφού και οι ίδιοι οι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν. Δεν μπορεί πια να κινητοποιήσει τις μάζες, να τις απαγκιστρώσει από την πολυθρόνα, τα ποιητικά βιβλία δεν αποτελούν φορέα διακίνησης ιδεών. Το πρόβλημα αυτό δεν εντοπίζεται μόνο στην Ποίηση αλλά συνολικά στην Τέχνη.

Πώς γράφονται τα ποιήματα; Είναι η εποχή μας αντιποιητική;

Τα καλά ποιήματα δε γράφονται ούτε με εξυπνακισμούς, ούτε κατά παραγγελία, ούτε είναι προσχεδιασμένα…Ο ποιητής είναι μόνος με αντίπαλο το λευκό χαρτί. Όλο το ποίημα δομείται τη στιγμή της δημιουργίας. Εκ των υστέρων μπορούν να γίνουν βελτιωτικές  παρεμβάσεις, παραμένοντας όμως άθικτος ο κεντρικός κορμός. Θεωρώ σημαντικά εφόδια του ποιητή το ταλέντο, την έμπνευση αλλά κυρίως τη γνώση. Η εποχή μας είναι όντως αντιποιητική, η Ποίηση πολλές φορές αντιμετωπίζεται με ειρωνεία. Ο αναγνώστης θέλει απτό, εύληπτο. εύπεπτο και κατανοητό λόγο, του προκαλούν δυσφορία τα αμφίσημα νοήματα. Ζούμε στην εποχή της ευκολίας και σε αυτό δεν ευθύνεται μόνο ο αναγνώστης αλλά και η  καθημερινή πλύση εγκεφάλου  από τα ΜΜΕ, ο υπερκαταναλωτισμός  και η απαξίωση της αληθινής Παιδείας.

Ποιά η θέση του ονείρου και του έρωτα στην ποίησή σας;

Ο έρωτας και ο θάνατος αποτελούν δύο έννοιες διαχρονικές στη θεματολογία των ποιημάτων. Η μία εξουδετερώνει την άλλη, όταν υπάρχει η μία ατροφεί η άλλη. Το όνειρο τοποθετείται κάπου ενδιάμεσα. Ονειρευόμαστε τον εξιδανικευμένο έρωτα, ονειρευόμαστε και τον εξιδανικευμένο θάνατο. Στη συλλογή αυτή, σε αντίθεση με τις πρώτες, υπερτονίζεται το στοιχείο του θανάτου. όχι με τη σημασία της φθοράς του σώματος αλλά κυρίως της φθοράς του πνεύματος.

 «Πεθαίνουν τελευταίοι οι ποιητές»; 

Αν δεχτούμε ότι η Ποίηση είναι το τελευταίο καταφύγιο και η ύστατη ελπίδα, τότε το χρέος των ποιητών είναι να παραδίδουν τελευταίοι τα όπλα και να προσπαθούν να βοηθήσουν όσους καταφεύγουν σε αυτήν. Οι συμβιβασμένοι και αλλοτριωμένοι ποιητές είναι ηττημένοι ποιητές. Σε έναν κόσμο αδιάφορο και εχθρικό, η αντίσταση της Ποίησης επιβάλλεται. Η αποδοχή του ποιητή  από το αναγνωστικό κοινό – έστω και με καθυστέρηση – είναι μία νίκη και μία ηθική δικαίωσή του.

«Μια εκκρεμότητα έχω στην ζωή μου να παραμείνω άνθρωπος» γράφετε στο ποίημά σας «Εκκρεμότητα». «Μέτρον πάντων χρημάτων άνθρωπος» έγραφε ο Πρωταγόρας. Πώς θα ορίζαμε την λέξη άνθρωπος σήμερα; 

Η σημερινή λέξη άνθρωπος δεν έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο αρχαιοελληνικό όρο, όπως αυτός διαμορφώθηκε την εποχή του Σωκράτη, των Σοφιστών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Γι’ αυτούς, ο άνθρωπος έπρεπε να έχει αρετή, δικαιοσύνη και πολιτική συνείδηση (ζώον πολιτικόν). Σήμερα, οι κοινωνίες είναι δομημένες πάνω στον αμοραλισμό, στην αδικία και στην πολιτική απραξία. Τα φαινόμενα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας υποβιβάζουν την προσωπικότητα του ανθρώπου και τον καθιστούν έρμαιο ακραίων ιδεολογιών.

Στο ποίημά σας «Κι Αν» γράφετε το δικό σας υπαρξιακό μονόλογο συνομιλώντας με το ποίημα του Κίπλινγκ «Αν» καταλήγοντας «τίποτα δε θα ‘ναι όπως παλιά – κι εγώ νεκρός θα κείτομαι στην αγκαλιά σου.» Τί μπορεί να ανατρέψει το συναίσθημα του κενού;

Οι καιροί έχουν αλλάξει, δε γίνεται να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Κι οι ποιητές, μέσα από τα χαλάσματα,  θα ψάχνουν έναν καινούργιο Έρωτα για να οικοδομήσουν την Τέχνη τους. Το κενό, η απώλεια και ο θάνατος μπορούν να υπερνικηθούν μόνο με τη γέννηση ενός Έρωτα, αιώνιου και άφθαρτου.

 

Νότα Χρυσίνα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: