Σπέτσες ένα νησί γεμάτο από Ιστορία και Πολιτισμό.

dhmarxeio_spetson

Μπήκαμε στον Ιούνιο και παρότι είναι Βροχερός θα συνεχίσουμε μέσα από την στήλη να παρουσιάζουμε Ελληνικά Νησιά που μπορείτε να κάνετε τις Διακοπές σας.

Οι Σπέτσες (καθαρεύουσα Σπέτσαι), είναι ιστορική νήσος κοντά στην Αργολική χερσόνησο, δεξιά της εισόδου του Αργολικού κόλπου, σε απόσταση 1,5 μιλίου από την Ερμιονίδα και 50 μιλίων από τον Πειραιά.
Τις Σπέτσες απαρτίζουν τρεις ακόμη νησίδες: η Σπετσοπούλα, ο Άγιος Ιωάννης και το Μικρό Μπούρμπουλο.

Οι Σπέτσες έχουν σχήμα ωοειδές, περίμετρο ακτογραμμής 11 μιλίων, έκταση 22,5 τ.χλμ. με μέγιστο μήκος 4 μίλια και μέγιστο πλάτος 2,5 μίλια.
Διασχίζεται από βουνοσειρές με υψηλότερη κορυφή τον Προφήτη Ηλία (245μ.). Τα ακρωτήρια της νήσου είναι:
Το Σουρμπούτι (ΒΑ.), το Κάβο – Φανάρι (Α.), ο Μαυρόκαβος (ΝΑ.), το Ζάστανο (Ν.) και το Μπουρμπούθι (ΒΔ.).
Το έδαφος των Σπετσών είναι κυρίως πευκόφυτο, ενώ μεγάλο μέρος του είναι καλλιεργήσιμο.
Κύρια προϊόντα που παράγονται είναι ελιές, λάδι, δημητριακά, σταφύλια, αμύγδαλα, σύκα και λίγα κτηνοτροφικά προϊόντα.
Το κλίμα είναι δροσερό και υγιεινό και προσφέρεται ως τόπος παραθερισμού. Οι κάτοικοι επιδίδονται κυρίως στον τουρισμό, την ναυτιλία και την αλιεία.

Πρωτεύουσα είναι η ομώνυμη πόλη της νήσου που αποτελεί Δήμο στον οποίο υπάγονται οι συνοικισμοί: Αγία Παρασκευή, Άγιοι Ανάργυροι, Άγιοι Απόστολοι, Αδοσίδον, Βρέλον, Έλωνας, Ζωγερία, Λιγονέρι, Παραπόλα, Τζήλα, η γυναικεία Μονή Αγίων Πάντων και η νησίδα Σπετσοπούλα ιδιοκτησίας της Οικογένειας Νιάρχου.
Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης το 2011 ουδεμία μεταβολή επήλθε στο Δήμο, σύμφωνα με το άρθρο 1,§ 5.2.Γ αυτού.
Το 1967 ο νομάρχης Πειραιά με απόφασή του απαγόρευσε την κυκλοφορία οχημάτων στο νησί, την ισχύ της οποίας επιβεβαίωσε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’αριθμ. 4433/1976 απόφασή του.

Ο Δήμος Σπετσών περιλαμβάνει το νησί των Σπετσών και τις κοντινές του νησίδες. Συστάθηκε το 1934 προήλθε από την αναγνώριση σε Δήμο της Κοινότητας Σπετσών. Παρέμεινε αμετάβλητος στην συνέχεια και με την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας το 1997 αλλά και του σχεδίου Καλλικράτης το 2010.

Ιστορία Των Σπετσών
Από την Πρωτοελλαδική εποχή μέχρι και τον 17ο αιώνα
Οι Σπέτσες, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, πρωτοκατοικήθηκαν από την Πρωτοελλαδική εποχή, δηλαδή περίπου από το 2.300 π.Χ. Μαζί με τα ευρήματα της Πρωτοελλαδικής εποχής βρίσκονται και άλλα των Μυκηναϊκών χρόνων και κατόπιν των πρώτων Βυζαντινών αιώνων.
Ανέκαθεν οι Σπέτσες χρησιμοποιούνταν ως σταθμός ανεφοδιασμού των πλοίων που κατευθύνονταν προς τις Πελοποννησιακές ακτές. Από το 1200 μέχρι 1460 οι Σπέτσες υπάγονται στους Ενετούς, τους οποίους διαδέχονται οι Τούρκοι.
Τον 15ο αιώνα ο πληθυσμός των Σπετσών αποτελείτο κυρίως από Χριστιανούς Αρβανίτες.
Τον 17ο αιώνα ο πληθυσμός του νησιού αυξήθηκε από πλήθος κόσμου που προέρχονταν από τις Πελοποννησιακές περιοχές της Τσακωνίας (Λεωνίδιο – Τυρός), Κυνουρίας, Αργολίδας και την Ερμιονίδα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αρχικός μεσαιωνικός συνοικισμός των Σπετσών ήταν κτισμένος στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, στην σημερινή περιοχή «Καστέλλι» που θα πει νησιώτικο κάστρο. Ο συνοικισμός ήταν περιτειχισμένος και είχε την ακρόπολη στο λόφο όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγίου Βασιλείου.
Το 1769 οι Σπέτσες συμμετείχαν στην επανάσταση της Πελοποννήσου, γνωστή ως «Ορλωφικά» και για το λόγο αυτό η πόλη τους καταστράφηκε ολοκληρωτικά στο τέλος του 1770 από τους Τούρκους.
Οι Σπετσιώτες τότε διέφυγαν στις απέναντι περιοχές της Πελοποννήσου, μέχρι το 1774 που πήραν αμνηστία από τους Τούρκους και επέστρεψαν στο νησί, κοντά στην περιοχή της παραλίας της Μπάλτιζας (Παλιό Λιμάνι) και άρχισαν να ασχολούνται με τη ναυτιλία και το θαλάσσιο εμπόριο.
Το 1790 βοήθησαν τον Λάμπρο Κατσώνη και πάλι για το λόγο αυτό υπέστησαν μεγάλες διώξεις από τους Τούρκους.

Τα Προεπαναστατικά χρόνια
Η χρυσή εποχή του νησιού αρχίζει τον 18ο αιώνα και επεκτείνεται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Την εποχή αυτή σημαντικότατη ανάπτυξη σημείωσε η Ναυτιλία, ναυπηγώντας εκτός των άλλων «Λατινάδικα», «σαχτούρια», αλλά και μεγαλύτερα πλοία που έπλεαν σε όλη την Μεσόγειο, μέχρι και την Μαύρη Θάλασσα. Αυτός ήταν ένας σημαντικότατος παράγοντας, για τον οποίο συγκροτήθηκε ισχυρότατος στόλος που διατηρήθηκε μέχρι το 1854.
Το νησί αποκτά μεγάλη Ναυτική και Εμπορική ισχύ και εκμεταλλεύεται πλήρως τη Γαλλική επανάσταση και το Γαλλο-Ισπανικό πόλεμο, σπάζοντας πολλές φορές μεταφέροντας σιτηρά τον αποκλεισμό των λιμανιών της Μεσογείου που είχαν επιβάλει οι Άγγλοι. Η Οικονομική ανάπτυξη των Σπετσών, λόγων των κερδών που αποκόμισαν, ήταν τεράστια για εκείνη την εποχή και οι Σπέτσες ήταν έτοιμες για να προσφέρουν πολύτιμη βοήθειά στον αγώνα της Επανάστασης του 1821 και την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό.
Η συμμετοχή των Σπετσών στην Επανάσταση του 1821
Όταν άρχισε η Επανάσταση του 1821, οι Σπέτσες ήταν το πρώτο από τα τρία μεγάλα ναυτικά νησιά (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά), που ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης, στις 3 Απριλίου του 1821 μετά τη Δοξολογία στον Ναό του Αγίου Νικολάου.
Συγκρότησαν τοπική διοίκηση και αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν τα γεγονότα στην Ύδρα, τα Ψαρά και σε όλα τα μέρη με τα οποία οι Σπέτσες βρίσκονταν σε επικοινωνία.
Ταυτόχρονα ο Σπετσιώτικος στόλος ανέλαβε και πέτυχε τον αποκλεισμό δύο σπουδαίων φρουρίων της πελοποννησιακής ακτής της Μονεμβασιάς, υπό την αρχηγία του Γ. Πάνου και του Ναυπλίου με αρχηγό τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.
Τα κάστρα αυτά ήταν πραγματικά απόρθητα στις επιθέσεις από ξηρά. Ο μόνος τρόπος για να «πέσουν» ήταν ο θαλάσσιος αποκλεισμός ώστε να σταματήσει η τροφοδοσία τους από τα τουρκικά και συμμαχικά προς αυτούς πλοία.
Με τις ενέργειες αυτές των Σπετσιωτών επιταχύνεται η προσχώρηση στην Επανάσταση της Ύδρας και των Ψαρών. Συγχρόνως ο στόλος των Σπετσών βύθισε και κυρίεψε τουρκικά πλοία στο Αιγαίο και ενίσχυσε τον αγώνα του Έθνους με τον αποκλεισμό λιμανιών και τη μεταφορά εφοδίων.
Τον Ιούλιο του 1821, Σπετσιώτικα πλοία καταναυμάχησαν κοντά στη Σάμο και πυρπόλησαν μέρος του τουρκικού στόλου και λίγο αργότερα κατόρθωσαν να αποκρούσουν ισχυρό τουρκικό στόλο στον όρμο των Κιτριών της Μάνης.
Στις 23 Ιουλίου του 1821 παραδόθηκε η Μονεμβασιά ύστερα από 4μηνη πολιορκία κατά την οποία οι Σπετσιώτες αγωνίστηκαν ηρωικά.
Και στην άλωση της Τριπολιτσάς οι Σπετσιώτες έπαιξαν επίσης σπουδαίο ρόλο. Έλαβαν μέρος από την αρχή στην πολιορκία της πόλεως και κατά την ημέρα της Άλωσης – 23 Σεπτεμβρίου του 1821 – οι Σπετσιώτες πρώτοι από όλους τους Έλληνες πολιορκητές έφτασαν στα τείχη της πόλης.
Μετά την καταστροφή του Δράμαλη από τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια ο αγώνας για τους τούρκους στην Πελοπόννησο είχε κριθεί. Ελάχιστα ήταν τα φρούρια που πρόβαλλαν αντίσταση και μεταξύ αυτών το περίφημο φρούριο του Παλαμηδίου στο Ναύπλιο. Το φρούριο αυτό το πολιορκούσε από τη ξηρά ο Δημήτρης Υψηλάντης και από τη θάλασσα η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα με τους Σπετσιώτες να δείχνουν γενναιότητα, αυτοθυσία και να προσπαθούν με τις βάρκες τους και κάτω από καταιγισμό κανονιοβολισμών να αποβιβαστούν και να καταλάβουν το απόρθητο κάστρο.
Ο Τουρκικός στόλος σε μια ύστατη προσπάθεια να ανεφοδιάσει το Ναύπλιο έπλευσε προς τον Αργολικό Κόλπο με σχέδιο να επιτεθεί πρώτα εναντίον των Σπετσών και ύστερα κατά της Ύδρας.
Ο Μέξης ανέλαβε την άμυνα του νησιού μαζί με τα παιδιά του, τους συγγενείς του και 30 άλλους Σπετσιώτες πολεμιστές στήνοντας στο νησί τρία κανονιοστάσια και φροντίζοντας να απομακρύνει τα γυναικόπαιδα από το νησί, μεταφέροντας τα στην Ύδρα, που θεωρούνταν δυσπρόσιτη εξαιτίας του απόκρημνου εδάφους της.
Στις 8 Σεπτεμβρίου τα εχθρικά πλοία εμφανίστηκαν μπροστά από τις Σπέτσες και συγκεκριμένα στην περιοχή ανάμεσα στα νησιά Τρίκερι και Σπετσοπούλα.
Ο άνεμος που ήταν βορειοανατολικός την ημέρα εκείνη ευνοούσε τον εχθρικό στόλο και ο Ελληνικός στόλος αποτελούμενος από Σπετσιώτικα, Υδραίικα και Ψαριανά πλοία με αρχηγό τον Ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη, θέλησε να κινηθεί προς το μυχό του Αργολικού κόλπου σε μια προσπάθεια να παρασύρει εκεί τα εχθρικά πλοία και να τα καταναυμαχήσει.
Ο Μιαούλης ύψωσε και το σχετικό σήμα, ώστε ο στόλος να τον ακολουθήσει. Την ίδια στιγμή όμως οι Σπέτσες έμεναν ανυπεράσπιστες.
Τότε οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι Ι. Τσούπας, Δ. Λάμπρου και Ι. Κούτσης μαζί με τον Υδραίο πλοίαρχο Α. Κριεζή δεν υπάκουσαν στις διαταγές του ναύαρχου Μιαούλη και επιτέθηκαν στους τούρκους αν και η υπεροχή του τουρκικού στόλου σε αριθμό, μέγεθος και οπλισμό ήταν μεγάλη. Λίγο αργότερα και άλλοι Σπετσιώτες πλοίαρχοι ενώθηκαν με τους πρώτους στην προσπάθεια να απωθήσουν τον εχθρό και παρά τον αντίθετο άνεμο, κατέφθασαν και άλλα Ελληνικά πλοία.
Η ναυμαχία συνεχίστηκε μέχρι τις απογευματινές ώρες και ο θόρυβος από τις εκπυρσοκροτήσεις των πυροβόλων των 140 και πλέον πλοίων που έπαιρναν μέρος στη ναυμαχία ήταν τόσο μεγάλος, ώστε σειόταν το έδαφος της Ύδρας.
Ο χώρος μεταξύ Ύδρας και Σπετσών είχε καλυφτεί με τόσο καπνό ώστε οι Υδραίοι νόμισαν πως καιγόντουσαν οι Σπέτσες.
Η στιγμή ήταν πολύ κρίσιμη και η χρήση των πυρπολικών ήταν δύσκολη λόγω του πυκνού καπνού που κάλυπτε τα πάντα, αν και ο Υδραίος πυρπολητής Πιπίνος είχε ήδη χρησιμοποιήσει με επιτυχία το πυρπολικό του πάνω σε ένα αλγερινό βρίκι.
Την στιγμή αυτή εμφανίζεται ο Σπετσιώτης πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης, ατρόμητος, αποφασιστικός και με το μαχαίρι στο χερί πηδάει στη πρύμνη του πυρπολικού του παρασύρει με το θάρρος του το πλήρωμά του και μέσα σε πανδαιμόνιο κανονιοβολισμών εφορμά στο κέντρο του τουρκικού σχηματισμού με στόχο την ανάφλεξη της τουρκικής ναυαρχίδας.
Η τουρκική ναυαρχίδα αναφλέγεται και καταποντίζεται – όπως αναφέρει η παράδοση – μπροστά στο λιμάνι.
Οι τούρκοι εκπλήσσονται από το θάρρος και την παράτολμη αυτή ενέργεια και αρχίζουν να υποχωρούν και έτσι ο τουρκικός στόλος λίγο αργότερα αφήνει τον Αργολικό Κόλπο.
Τον Ιούλιο του 1822 ο Σπετσιώτικος στόλος στάλθηκε στη Σούδα της Κρήτης εναντίον μοίρας του αιγυπτιακού στόλου, τον οποίο κατεδίωξε μέχρι τον Ελλήσποντο.
Τον ίδιο χρόνο κατόρθωσαν να αποκρούσουν επίθεση του τουρκικού στόλου στο νησί τους.
Λόγω της έλλειψης ανεφοδιασμού, το Ναύπλιο παραδίδεται στους Ελληνες στις 30 Νοεμβρίου 1822. Τα επόμενα χρόνια οι Σπετσιώτες συνεχίζουν ακατάπαυστα τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδος μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια (1828). Διαπρέπουν κυρίως στις ναυμαχίες της Σάμου, Κω, Γέροντα και στον αγώνα της κατά θάλασσα στήριξης του στενά πολιορκούμενου Μεσολογγίου.
Οι Μετά επαναστατικοί χρόνοι
Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 το νησί βρίσκεται για κάμποσα ακόμα χρόνια σε ακμή.
Με τον ερχομό του 20ου αιώνα οι Σπέτσες αρχίζουν να παρακμάζουν και πολλοί Σπετσιώτες αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν και να ξενιτευτούν.
Αυτήν την περίοδο, παρά τις δυσκολίες, μια προσωπικότητα έβαλε με τα έργα της γερές βάσεις για την μετέπειτα πολιτιστική και πνευματική ανάπτυξη του νησιού.
Ο Σωτήριος Ανάργυρος πρώτος συνέλαβε έγκαιρα τις ανακατατάξεις που θα επέρχονταν και με προσωπική του παρέμβαση δημιούργησε έργα που σφράγισαν για πάντα τη σύγχρονη ιστορία των Σπετσών.
Έτσι πήρε έγκαιρα μέτρα οικολογικής προστασίας του περίφημου πευκοδάσους των Σπετσών αγοράζοντας και αναδασώνοντας τεράστιες εκτάσεις με σκοπό όπως ανέφερε να το προστατέψει από την αλόγιστη υλοτόμηση και την επερχόμενη οικιστική δόμηση πετυχαίνοντας να είναι το φυσικό κόσμημα του νησιού.
Επίσης δημιούργησε πρώτος την υποδομή για την τουριστική ανάπτυξη του νησιού, ανοίγοντας περιφερειακούς δρόμους και κατασκευάζοντας το ξενοδοχείο «Ποσειδώνιο» καθιστώντας τις Σπέτσες παραθεριστικό κέντρο ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Βασιλιάδες, Πρίγκιπες, Πρωθυπουργοί και εξέχουσες προσωπικότητες από όλο τον κόσμο βρίσκονταν κάθε καλοκαίρι φιλοξενούμενοι του εξαίσιου αυτού ξενοδοχείου.
Από το 1928 όταν οι Σπέτσες αποτέλεσαν μόνιμο αγκυροβόλιο του Αγγλικού στόλου, στην πελατεία του ξενοδοχείου προστέθηκαν και αξιωματικοί του Αγγλικού ναυτικού, δίνοντας του έτσι μεγαλύτερη αίγλη.
Τέλος οικοδόμησε και ίδρυσε στον τομέα της εκπαίδευσης ένα πρότυπο κολλέγιο, από τα καλύτερα της Ευρώπης, την Αναργύρειο – Κοργιαλένειο Σχολή, που αποτελούσε και έμπνευση του Ελ. Βενιζέλου, προσωπικού του φίλου.
Η Σχολή διαπαιδαγώγησε πλήθος λογίων καλλιτεχνών, επιστημόνων και πολιτικών, Ελλήνων, όχι μόνο του Ελλαδικού χώρου αλλά και της διασποράς.
Οι δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι
Οι Σπέτσες είχαν τον φόρο τιμής να δώσουν και στους δύο Παγκοσμίους πολέμους πολλούς αξιωματικούς και ναυτοδιόπους, που πολέμησαν και θυσιάστηκαν πολλοί από αυτούς για τα ιδανικά της πατρίδας, από τα Δαρδανέλια στον πρώτο Παγκόσμιο, μέχρι και τη Μέση Ανατολή στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τιμώμενοι κάποιοι εξ’ αυτών ακόμα και με το Σταυρό του Έθνους για επιχειρήσεις στην Μεσόγειο, στον Ατλαντικό, ακόμα και στον Ινδικό Ωκεανό.
Οι Νεότεροι χρόνοι
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, οι Σπέτσες αρχίζουν να ξεπερνούν σιγά-σιγά τα χρόνια της παρακμής και να αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς, εξαιτίας του τουριστικού κύματος που άρχισε να κατακλύζει την Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και μετά, διατηρώντας όμως τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.
Οι Σπέτσες αποτελούν σήμερα ένα από τα κορυφαία νησιά στην προτίμηση Ελλήνων και ξένων επισκεπτών από όλο τον κόσμο και έτσι κάθε χρόνο δέχεται χιλιάδες επισκέψεις, λόγω της γεωγραφικής του θέσης, της Ιστορίας του νησιού, των πανέμορφων παραλιών, της καταγάλανης θάλασσας, των Ιστορικών μουσείων, των παλιών Αρχοντικών και του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα που έχει διατηρήσει.
Η αναπαράσταση της πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας κατά τη Ναυμαχία των Σπετσών, το πρώτο 15θήμερο του Σεπτεμβρίου, συγκεντρώνει δεκάδες χιλιάδες επισκεπτών και ολοκληρώνει τις δραστηριότητες της καλοκαιρινής περιόδου.

Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο και Σπέτσες
Στις Σπέτσες έγινε η αρχική σύλληψη της ιδέας του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ) όπου και εφαρμόστηκε ένα υποτυπώδες σύστημα περίθαλψης των «ενδεών ναυτικών».
Πρόκειται για τη γνωστή «κάσσα» ένα είδος Κοινοτικού Ταμείου του οποίου τα έσοδα προέρχονταν από τα κέρδη των πλοίων που εκτελούσαν μεταφορές στο εξωτερικό και οι εισφορές ανέρχονταν στο 5% επί των κερδών, τις οποίες κατέβαλλε στη «κάσσα» ο πλοίαρχος του πλοίου.
Τα έσοδα αυτά διατίθεντο στους άνεργους και ανίκανους ναυτικούς και στις οικογένειες των ναυτικών οι οποίοι έβρισκαν το θάνατο επί των πλοίων. Τη φροντίδα της διαχείρισης της «κάσσας» είχε η Δημογεροντία, όπως όλα αυτά διασώζονται στις καταγραφές των χρονικογράφων της προεπαναστατικής Ελλάδος.

mouseiobouboul7_b
Ιεροί Ναοί και Μοναστήρια
Στις Σπέτσες το 1860 λειτουργούσαν 16 ενορίες (βλέπε «Οι Παλιές Εκκλησίες των Σπετσών» του εφημέριου Ανδρέα Α. Κουμπή):
 Αγ. Ανδρέα
 Αγ. Αντωνίου
 Αγ. Αποστόλων
 Αγ. Ελευθερίου
 Αγ. Θεοδοσίου
 Αγ. Νικολάου
 Αγ. Σπυρίδωνος
 Αγ. Τριάδος
 Αναλήψεως
 Εισοδίων
 Ευαγγελισμού
 Κοιμήσεως
 Μεταμορφώσεως
 Ταξιαρχών
 Τιμίου Προδρόμου
 Υπαπαντής
Ο επισκέπτης στο νησί σήμερα μπορεί να επισκεφθεί τις κάτωθι αναφερόμενες εκκλησίες:
 Αγία Αικατερίνη, Κοκκινάρια
 Αγία Άννα, Κουνουπίτσα
 Αγία Βαρβάρα, Άγιοι Πάντες
 Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, Μονή Αγίων Πάντων
 Αγία Μαρίνα, Αγία Μαρίνα
 Αγία Μαρκέλλα
 Αγία Παρασκευή, Αγία Παρασκευή
 Αγία Σωτήρα, Καστέλι
 Αγία Τριάδα, Καστέλι
 Άγιοι Ανάργυροι (Άνω), Άγιοι Ανάργυροι
 Άγιοι Ανάργυροι (Παραλία), Άγιοι Ανάργυροι
 Άγιοι Απόστολοι
 Άγιοι Απόστολοι, Κτήμα Αλαμανή
 Άγιοι Θεόδωροι, Κτήμα Σαραντόπουλου
 Άγιοι Πατέρες, Κτήμα Βάμβα
 Άγιος Ανδρέας, Ντάπια
 Άγιος Ανδριανός, Καστέλι
 Άγιος Αντώνιος (ενορία), Ντάπια
 Άγιος Βασίλειος, Καστέλι
 Άγιος Γεώργιος, Ζωγεριά
 Άγιος Γεώργιος, Καστέλι
 Άγιος Δημήτριος, Καστέλι
 Άγιος Δημήτριος, Παλιό Λιμάνι
 Άγιος Ελευθέριος, Κοκκινάρια
 Άγιος Θεοδόσιος, Ντάπια
 Άγιος Ιωάννης, Παλιό Λιμάνι
 Άγιος Ιωάννης Θεολόγος, Ντάπια
 Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος (Ενορία), Κουνουπίτσα
 Άγιος Ιωάννης, Μονή Αγίων Πάντων
 Άγιος Κωνσταντίνος, Κοκκινάρια
 Άγιος Μάμας, Ντάπια
 Άγιος Νεκτάριος, Κοκκινάρια
 Άγιος Σπυρίδων, Ντάπια
 Άγιος Παντελεήμων
 Άγιος Φανούριος, Κοκκινάρια
 Άγιος Χαράλαμπος, Κουνουπίτσα
 Ανάληψη (Ενορία), Ανάληψη
 Ανάληψη, Ζωγεριά
 Ανάσταση, Σχολές
 Εισόδια της Θεοτόκου, Ντάπια
 Ευαγγελίστρια, Ντάπια
 Ευαγγελίστρια (μικρή), Παλιό Λιμάνι
 Ζωοδόχος Πηγή, Λιγονέρι
 Κοίμηση της Θεοτόκου, Καστέλι
 Παναγία Αρμάτας, Παλιό Λιμάνι
 Παναγία Δασκαλάκη
 Παναγία Έλωνα
 Παναγία Καψοδεματούσα
 Παναγία Μυρτιδιώτισσα, Κτήμα Χαρά
 Προφήτης Ηλίας
 Ταξιάρχες, Καστέλι
 Τίμιος Σταυρός, Κουνουπίτσα
 Τρεις Σπετσιώτες, Παλιό Λιμάνι
 Υπαπαντή, Ντάπια
ΙΕΡΕΣ ΜΟΝΕΣ ΣΠΕΤΣΩΝ
Στις Σπέτσες υπάρχουν Ιερές Μονές που ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει μοναδική κατανυκτική ατμόσφαιρα.
Μονή Αγίου Νικολάου, Παλιό Λιμάνι
Μονή Αγίων Πάντων
Μονή Γοργοεπήκοου

120px-spetses5_evlahos-320x200
Παραδοσιακά Επαγγέλματα
Στις Σπέτσες υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας αρκετά παραδοσιακά επαγγέλματα, άλλα διατηρούνται ακόμα ζωντανά και άλλα έχουν εκλείψει. Παρατίθεται κατάλογος με τα παραδοσιακά επαγγέλματα που έχουν καταγραφεί, γνωρίζοντας ότι μπορεί να υπάρχουν και κάποια που να μην αναφέρονται.
Βοτσαλάδες
Οι βοτσαλάδες είναι τεχνίτες που χρησιμοποιούν λευκό και μαύρο βότσαλο για να διακοσμήσουν αυλές, περίγυρο σπιτιών, δρόμους και όχι μόνο. Σπετσιώτες τεχνίτες καλούνταν για να κατασκευάσουν βοτσαλωτά και σε άλλα νησιά όπως η Μύκονος, η Πάρος κ.α.
Παλαιότερα σχεδόν όλοι οι οικοδόμοι γνώριζαν και εξασκούσαν την τέχνη του βοτσαλωτού.
Για την κατασκευή περίπου ενός (1) τ.μ. βοτσαλωτού απαιτείται δουλειά μίας ημέρας.
Μερικοί παλιοί καλοί τεχνίτες του βοτσαλωτού ήταν ο Άγγελος και ο Ιωάννης Κόχειλας, ο Θόδωρος Παπαγεωργίου, ο Ελισαίος και ο Θανάσης Μπαϊραχτάρης, ο Παναγιώτης Δαμδημόπουλος κ.α.
Συνδυάζοντας τα λευκά και μαύρα βότσαλα δημιουργούσαν διάφορα σχέδια, γεωμετρικά σχήματα ή παραστάσεις εμπνευσμένες από την καθημερινή ζωή, τη μυθολογία και τη θάλασσα. Κατά τα προηγούμενα χρόνια τα λευκά βότσαλα τα μάζευαν κυρίως από τις παραλίες των Σπετσών και τα μαύρα τα έφερναν από παραλίες της Τσακωνιάς και κυρίως από την παραλία της Ζαμπατικής.
Τα στάδια κατασκευής του βοτσαλωτού όπως αυτά έχουν περιγραφεί στο βιβλίο «Παραδοσιακές τέχνες και επαγγέλματα των Σπετσών» από το Λαογραφικό Εργαστήρι Σπετσών είναι τα ακόλουθα:
• Στρώσιμο του εδάφους με κοσκινισμένο κοκκινόχωμα ανακατεμένο με νταμαρίσια άμμο
• Κατάβρεγμά του με ένα ποτιστήρι
• Ίσιωμα με μία πήχη
• Στρώσιμο της «λάσπης» (δύο μέρη άμμου θαλάσσης και ένα μέρος ασβέστη γλυκό) σε πάχος μισού εκατοστού
• Οριοθέτηση της επιφάνειας που ονομάζεται «ψαθί» με καδρόνια και πήχεις
• Τοποθέτηση του πατρόν
• Σημάδεμα του σχήματος με μία πρόκα
• Τοποθέτηση σε όρθια θέση πρώτα των μαύρων βότσαλων και μετά των λευκών ώσπου να κλείσει το ψαθί
• Χτύπημα των βότσαλων με τον κόπανο για να στρώσει η επιφάνειά τους
• Στρώσιμο στεγνής άμμου θαλάσσης για να κλείσουν οι πόροι και αναμονή δύο με τρείς ημέρες για να στεγνώσει
• Σκούπισμα της άμμου ώστε να φανεί το κεφαλάκι του βότσαλου.

Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το αποτέλεσμα αυτής της τέχνης στο βοτσαλωτό ανηφορικό δρομάκι που οδηγεί προς την Καποδιστριακή, σε ένα μικρό δρομάκι μπροστά από την οικία Κορυζή στο Παλιό Λιμάνι, στην πλατεία της Ντάπιας (το γνωστό «βοτσαλωτό»), στην πλατεία του Αγίου Νικολάου, στο προαύλιο του Δημαρχείου Σπετσών, στο προαύλιο του Μουσείου Σπετσών όπως και του Μουσείου Μπουμπουλίνας, καθώς και σε πολλά πλατύσκαλα σε εισόδους σπιτιών. Θαυμαστά είναι και τα βοτσαλωτά που έχουν κατασκευαστεί σε πολλές αυλές και περίγυρους οικιών. Στις περισσότερες κατασκευές έχει αποτυπωθεί και η χρονολογία κατασκευής τους.
Σχέδια που βρίσκει κάποιος στα βοτσαλωτά είναι κυρίως το τιμόνι, το δελφίνι, η άγκυρα, το καΐκι, το κανόνι (ακολουθώντας την ναυτική παράδοση) και σπανιότερα το κυπαρίσσι, λουλούδια ή ζώα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1958 στην πλατεία Ομονοίας κατασκευάστηκε βοτσαλωτό 5.000 τ.μ. με υπεύθυνους βοτσαλάδες για την κατασκευή του τους Σπετσιώτες Άγγελο και Ιωάννη Κόχειλα.
Καραβομαραγκοί

Στις Σπέτσες από τα προεπαναστατικά χρόνια ασκείτο η ξυλοναυπηγική τέχνη και τα σπετσιώτικα σκαριά ήταν φημισμένα για την τεχνική τους αρτιότητα αλλά και ομορφιά. Τα ναυπηγεία, καρνάγια ή ταρσανάδες που λειτουργούν στην περιοχή κυρίως του Παλιού Λιμανιού ασχολούνται με την κατασκευή, συντήρηση και επισκευή ξύλινων σκαφών κάθε τύπου (κούντουλες, τρεχαντήρια, καραβόσκαρα, βαρκαλάδες, λίμπερτι κ.α.).

Αμαξάδες

Το 1950 ο Σπύρος Αργεντίνης έφερε στις Σπέτσες το πρώτο μόνιππο αμαξάκι και το νοίκιασε στον Κωνσταντίνο Καλογερόπουλο ο οποίος ήταν και ο πρώτος αμαξάς των Σπετσών.
Στην αρχή αποτελούσαν κύριο μεταφορικό μέσο και τελικά παρέμειναν ως ένα γραφικό μέσο με το οποίο απολαμβάνει ο επισκέπτης μία βόλτα στο νησί. Οι αμαξάδες συνήθως εργάζονται από το Πάσχα μέχρι τις αρχές του Οκτώβρη.
Κάθε αμαξάς διαθέτει τουλάχιστον τέσσαρα με πέντε άλογα. Τα άλογα τα πεταλώνουν 4-5 φορές το χρόνο και φορούν πέταλα με λάστιχο. Τα άλογα στις Σπέτσες τα πεταλώνει ο Σταύρος Κόκορης ενώ παλιότερα ερχόταν από το Κρανίδι ο Γιώργος Σούρος. Επίσης δύο φορές το χρόνο τα κουρεύουν.
Για να δουλέψει κάθε άμαξα χρειάζονται τουλάχιστον τέσσερα άλογα την ημέρα. Το πρωί το άλογο δουλεύει 4–5 ώρες και αντικαθίστανται από άλλο που δουλεύει 7-8 ώρες.
Τα άλογα που δούλεψαν τη μία ημέρα ξεκουράζονται την επόμενη και αντικαθίστανται από άλλο ζευγάρι.
Είναι ικανά να εργάζονται μέχρι τα 25 – 30 χρόνια τους.
Το αμαξάκι αποτελείται από το κασόνι (το μέρος που κάθονται οι επιβάτες), την ταπετσαρία, την κουκούλα, τις σούστες και τις τέσσερις ξύλινες ρόδες.
Το άλογο φορά λαιμαριά, σαμάρι και χαλινάρια. Αξιοπρόσεχτες είναι οι ζωγραφιές με τις οποίες πολλοί αμαξάδες έχουν κοσμήσει το κασόνι της κάθε άμαξας.
Πολλές άμαξες φέρουν παλιά φανάρια δεξιά και αριστερά του κασονιού. Ενώ σε ειδικές περιπτώσεις, όπως γάμοι, ο στολισμός τους είναι θαυμαστός.
Στις Σπέτσες ο επισκέπτης μπορεί να πάρει άμαξα από μία από τις δύο αφετηρίες που υπάρχουν, η μία στη Ντάπια από τη μεριά του λιμανιού και η άλλη στην Πλατεία Ποσειδωνίου.
Οι άμαξες που ξεκινούν από τη μεριά της Ντάπιας έχουν κατεύθυνση προς το Παλιό Λιμάνι με πιο συνηθισμένη διαδρομή αυτή προς Παλιό Λιμάνι και Αρμάτα, αλλά και την Αγία Μαρίνα.
Οι άμαξες που ξεκινούν από την Πλατεία του Ποσειδωνίου έχουν κατεύθυνση προς τις Σχολές και το Λιγονέρι.
Υπάρχουν τιμοκατάλογοι και στις δύο αφετηρίες ενώ μπορεί να γίνει συνεννόηση με τον αμαξά για κάποια άλλη διαδρομή που επιθυμεί ο επισκέπτης, φτάνει να είναι βατή για το άλογο.
Το κόστος συντήρησης τόσο της άμαξας όσο και των αλόγων σε συνδυασμό με τη μικρή περίοδο που αυτές χρησιμοποιούνται κάνει τη διατήρηση του επαγγέλματος του αμαξά δύσκολη αλλά είναι τόση η αγάπη και το μεράκι αυτών που το εξασκούν που όλοι ελπίζουμε να μην εκλείψει.
Υφάντρες
Στις Σπέτσες η υφαντουργία αποτέλεσε ένα επάγγελμα που ασκήθηκε από πολλές γυναίκες κυρίως.
Μία πρώτη προσπάθεια εγκατάστασης οργανωμένης οικοτεχνίας υφαντικής στο νησί έγινε λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή από τον Μικρασιάτη έμπορο και κατασκευαστή χαλιού Νίκο Σουτζόγλου. Ο Κ. Σουτζόγλου είχε σπουδάσει σχέδιο σε μία από τις ειδικές σχολές που υπήρχαν στη Μικρά Ασία και πριν την Καταστροφή είχε δική του βιοτεχνία και αποθήκες στη Σμύρνη κάνοντας εξαγωγές στη Ευρώπη. Τον Οκτώβρη του 1922 με πλοίο ήρθε ανάμεσα σε άλλους πρόσφυγες στις Σπέτσες και τον Σεπτέμβριο του 1923 σε συνεργασία με τον Δασκαλάκη ξεκίνησε απασχολώντας επαγγελματικά τις συμπατριώτισσες του προσφυγοπούλες.
Το βαφείο ήταν στο πίσω μέρος του εργοστασίου Δασκαλάκη (σημερινό κεντρικό κτίριο των «Νησιών»), όπου βάφονταν τα νήματα με γερμανικά χρώματα Bayer.
Τα χαλιά ήταν «Σπάρτας» και «Σίβας» και τα πουλούσε στην Αθήνα.
Προμήθευε κάθε γυναίκα που δούλευε γι αυτόν με αργαλειό και πρώτες ύλες, ώστε να εργάζεται στο σπίτι της. Το 1932 εγκατέστησε στη γειτονική Ύδρα και στην Καστανιά της Ηπείρου αντίστοιχες οικοτεχνικές μονάδες.
Το 1954 η οικογένεια έφυγε από τις Σπέτσες και το 1975 απέσυρε οριστικά τους αργαλειούς.
Ο πιο συνηθισμένος τύπος αργαλειού είναι ο καθιστός που ο σκελετός του έχει σχήμα κύβου.
Η Μαρία Γαλανοπούλου το γένος Δαμδημόπουλου είναι η τελευταία υφάντρα χαλιού στις Σπέτσες.
Την τέχνη την έμαθε από την κ. Βούλα Μπούφη.
Στον αργαλειό του χαλιού δούλεψαν οι οικογένειες Νίκου Μπουλαμάτση, Νίκου Δαμδημόπουλου, Βλαχάκη, Παρασκευά, η Βούλα Μπούφη, η Νώντα Βρονταμίτη και πολλές άλλες, ενώ οι κυρίες Μαρία Γαλανοπούλου και Μαρία Σύρμα συνέχισαν μεμονωμένα.
Η ύφανση ενός χαλιού ήταν επίπονη εργασία.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι για να κατασκευαστεί ένα χαλί 12 τ.μ. απαιτείται 12ωρη εργασία τεσσάρων ατόμων επί τρεις μήνες.
Στη δεκαετία του 1950 και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η Φωφώ Σγότζου δημιούργησε μία μικρή βιοτεχνία πλάγιων αργαλειών με την ονομασία «Σπετσιώτικος αργαλειός» και παρήγαγε υφαντά (τους αργαλειούς τους προμηθεύτηκε από τον Σωτήρη Γκουσγκούνη).
Στους αργαλειούς της εργάζονταν κοπέλες και νεαροί και πληρώνονταν με τον πήχη που βγάζανε.
Ανάλογη επιχείρηση είχε και η κυρία Βούλα Καρδάση, η οποία εμπορευόταν η ίδια τα υφαντά της παραγωγής της αφού πρώτα τα έδινε σε μοδίστρες που έραβαν μαρινιέρες (μακριά φαρδιά φορέματα), κουρτίνες και άλλα.
Άλλες σημαντικές υφάντρες ήταν η Διαμάντω Παρίση, η Ελένη Μαυρομιχάλη, η Αγγελική Δελημήτρου και η Μαριάνθη Κοκκοράκη.

theatro_1

Κάπου εδώ θα κλείσουμε την περιήγηση μας στο Νησί και να σας προτρέψουμε να το επισκεφτείτε και να περάσετε υπέροχα .
Σημείωση : Οι πληροφορίες και τα ιστορικά Στοιχεία συνελέγησαν από Έγκυρες Πηγές και Ιστορικά αρχεία .

Η Συντακτική Ομάδα .

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: