Έντβαρτ Μουνκ

15556057_10211216234856661_2088617667_n

 

 

Ο εξπρεσιονιστής ζωγράφος Έντβαρτ Μουνκ (Edvard Munch 1863- 1944) είναι γνωστός για το έργο του «Κραυγή».

Τον απασχόλησαν θέματα που αφορούν την ανθρώπινη θνητότητα και ύπαρξη όπως η χρόνια ασθένεια, η σεξουαλική ελευθερία και η θρησκευτική προσδοκία. Προσπάθησε να εκφράσει τα θέματα που τον απασχολούσαν μέσα από τους πίνακές του ζωγραφίζοντας με έντονα χρώματα, σε ημι-αφηρημένη φόρμα και περιεχόμενο γεμάτο μυστήριο.

Αρχικά επηρεάστηκε από τους Γάλλους ιμπρεσιονιστές και μετά από τον συμβολισμό του Γκωγκέν. Ο Μουνκ έγινε γνωστός ως ένας σημαντικός εξπρεσιονιστής και συμβολιστής ζωγράφος.

Μεγαλωμένος την εποχή της Αρτ Νουβώ ο ζωγράφος διατήρησε τα οργανικά και ενστικτώδη γεμάτα μυστήριο μοτίβα αλλά προχώρησε αποφασιστικά πέρα από τον διακοσμητικές τους εφαρμογές. Ο Μουνκ αντιμετώπισε τον ορατό κόσμο σαν ένα παράθυρο προς το μη πλήρως σχηματοποιημένο.

Γεννήθηκε στο Όσλο της Νορβηγίας. Ήταν γιος στρατιωτικού γιατρού.  Μεγάλωσε σε ένα σπίτι που απειλούνταν συνεχώς από την ασθένεια και τον θάνατο, με τον οποίο ήρθε αντιμέτωπος, τόσο με τον πρόωρο θάνατο της μητέρα του όσο και της αδερφής του (πέθαναν από φυματίωση). Ο πατέρας του ήταν φανατικός χριστιανός και εξήγησε τα γεγονότα αυτά ως θεϊκή τιμωρία. Τα μοιραία αυτά γεγονότα και η εξήγηση του πατέρα του εντυπώθηκαν στην ψυχή τού ζωγράφου και επηρέασαν τη συναισθηματική και νοητική του ανάπτυξη σε σημείο ώστε να  βλέπει τη ζωή του ως κυριαρχούμενη από τους «δίδυμους μαύρους αγγέλους της τρέλας και της αρρώστιας». Αυτό αποτυπώθηκε και στην επιλογή των θεμάτων του ζωγράφιζε δηλαδή την αγωνία, τον ψυχικό πόνο και την ευάλωτη ανθρώπινη φύση.

Αρχικά ο Μουνκ είχε συνταχθεί με τους ρεαλιστές ζωγράφους και είχε επηρεαστεί από τον Hans Jaeger (1854–1910), που επιθυμούσε να εγκαθιδρύσει μια ιδανική κοινωνία βασισμένη στον υλιστικό αθεϊσμό και τον ελεύθερο έρωτα.

Στον πίνακά του το «Άρρωστο Παιδί»  χρησιμοποίησε ένα δημοφιλές μοτίβο στους Νορβηγούς ρεαλιστές καλλιτέχνες. Δημιούργησε, βάσει των χρωμάτων, ένα συναίσθημα κατάθλιψης, ως ανάμνηση της νεκρής αδερφής του. Το έργο απορρίφτηκε και ο ζωγράφος στράφηκε γρήγορα σε ένα πιο αποδεκτό στιλ. Ο μεγάλος του πίνακας «Άνοιξη» (1889), μια περισσότερο ακαδημαϊκή εκδοχή του «Άρρωστου Παιδιού», έγινε αποδεκτός και μέσω αυτού έλαβε κρατική υποστήριξη για τις σπουδές του στη Γαλλία. Εκεί μετά από σύντομες σπουδές, ο Μουνκ στράφηκε στους Γάλλους μεταϊμπρεσιονιστές, ένα κίνημα που επεδίωκε την ώθηση του ιμπρεσιονισμού πέρα από τα όριά του.

Το 1889 πεθαίνει ο πατέρας του γεγονός που τον οδηγεί σε μεγάλη πνευματική κρίση και σύντομα αποκηρύσσει τη φιλοσοφία του Jaeger.

Το 1892, η Ένωση Καλλιτεχνών του Βερολίνου, μια επίσημη οργάνωση αποτελούμενη κατά κύριο λόγο από Γερμανούς ακαδημαϊκούς καλλιτέχνες, προσκάλεσε τον Μουνκ να εκθέσει τα έργα του στη γερμανική πρωτεύουσα. Οι πίνακές του προκάλεσαν μεγάλο σκάνδαλο στο Βερολίνο και η έκθεση έκλεισε.

Οι πίνακες του Μουνκ με το έντονο χρώμα, την ημι- αφηρημένη φόρμα και το μυστήριο λειτουργούν ως σύμβολα του σύμπαντος.  Μεταφέρουν ψυχικά θετικά κύματα, σαν γούρι, πηγάζοντας από προσωπικές εμπειρίες του ζωγράφου, και εκφράζουν  την ενέργεια με πιθανό στόχο να ανακουφίσουν τον θεατή από την ψυχολογική και συναισθηματική πίεση.

Η συχνή ενασχόληση του Μουνκ με την σεξουαλικότητα ως θέμα των έργων του αφορά την προσπάθεια να εκτιμηθεί το σεξ ως εργαλείο για την συναισθηματική και φυσική απελευθέρωση από τη συμβατική κοινωνία αλλά και ως ένα παράθυρο στις αθέατες σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης.

Ο ορατός κόσμος, όπως και για τον ομότεχνό του Βαν Γκογκ, αναμιγνυόταν με τον συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο του. Ο ψυχικός του κόσμος ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος και μετά από ένα νευρικό κλονισμό, το 1908, εισήχθη σε νοσοκομείο της Κοπεγχάγης στη Δανία.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μουνκ επέστρεψε στα προηγούμενα μοτίβα της αγάπης και του θανάτου.

Ζωγράφισε επίσης τα θεατρικά έργα του Ίψεν, γεγονός που ήταν μεγάλη πρόκληση. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όμως, τυφλώθηκε μερικώς.

Το έργο του «Κραυγή» περιλαμβάνεται μεταξύ των σπουδαιότερων έργων του μοντερνισμού: η «Έναστρη Νύχτα» του Βαν Γκογκ, οι «Δεσποινίδες της Αβινιόν» του Πικάσο και το «Κόκκινο Ατελιέ» του Ματίς.   Η ρέουσα οριζόντια και κάθετη πινελιά του Μουνκ παραπέμπει στον ουρανό και τα σύννεφα του πίνακα «Έναστρη Νύχτα» παραταύτα θα μπορούσε να διακρίνει κάποιος, στην επιφάνεια του πίνακα, στοιχεία του φωβισμού, του εξπρεσιονισμού αλλά και του σουρεαλισμού. Το σκηνικό της «Κραυγής» προήλθε από έναν περίπατο του ζωγράφου σε έναν δρόμο που είχε θέα την πόλη του Όσλο. Είναι πιθανό να επέστρεφε από την ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλευόταν η αδερφή του. Δεν γνωρίζουμε εάν ο πίνακας απεικονίζει μία πραγματική ανθρώπινη φιγούρα που είδε ο Μουνκ στο νοσοκομείο σε κατάσταση αγωνίας,  ωστόσο ο ίδιος είπε: « Περπατούσα με δύο φίλους στον δρόμο ενώ ο ήλιος έδυε∙ ξαφνικά ο ουρανός έγινε τόσο κόκκινος που έμοιαζε βαμμένος με αίμα. Σταμάτησα και έγειρα πάνω στο φράχτη γεμάτος τρόμο…Αμέσως μετά άκουσα την τρομερή ατέλειωτη κραυγή της φύσης».

Ο Ενταρτ Μουνκ πέθανε 23 Ιανουαρίου 1944 στο Όσλο.

 

Νότα Χρυσίνα

 

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: