Δον Κιχώτης, ένας ιππότης της γλώσσας

mggglccernntes7

Ο Θερβάντες έγραψε τον Δον Κιχώτη το 1605 κατασκευάζοντας έναν ήρωα που πάλεψε με «ανεμόμυλους». Ο ανεμόμυλος λειτουργεί με τον αέρα, μιλώντας όμως για αφήγημα σε πεζό λόγο, παραπέμπει στη φράση «λόγια του αέρα», τα ομηρικά «Έπεα πτερόεντα».

Οι λατίνοι έλεγαν «scripta manent, verba volant», δηλαδή τα γραπτά μένουν, τα λόγια πετούν. Έτσι, ο συγγραφέας έφτιαξε με τα λόγια, τη γραφή, έναν στέρεο μύθο, τον μύθο του Δον Κιχώτη, που ως αφηγηματικό είδος λειτούργησε ως ο σημαντικότερος πρόγονος του μυθιστορήματος, το οποίο σταδιακά αντικατέστησε τον έμμετρο λόγο.

Με φόντο τις περιπέτειες ενός ιππότη «σε παρακμή» και του ιπποκόμου του, του Σάντσο Πάντσα, ο Θερβάντες αποδομεί το ιπποτικό μυθιστόρημα και τα αριστοκρατικά ιδεώδη της εποχής του προδιαγράφοντας την αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης αλλά και την παρακμή της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων που είχε κατακτήσει με τον νικηφόρο στόλο της, τις ισπανικές αρμάδες, εδάφη σε πλούσιες και καίριες περιοχές της Ευρώπης και την Αμερική.

Καθώς εγκαταλείπεται η λατινική γλώσσα και η δημώδης λατινική εξελίσσεται στις σημερινές γνωστές ευρωπαϊκές, κυρίως, γλώσσες, οι λαοί εκφράζονται στις τοπικές διαλέκτους τους και γράφουν τα αριστουργήματά τους που απευθύνονται πια σε περισσότερους αναγνώστες.  Αναμιγνύουν τη γλώσσα της ευγένειας και των κανόνων της αριστοκρατικής τάξης των ευγενών και ιπποτών με την καθημερινή γλώσσα των εργατών και των επαρχιωτών.

«Λίγο παραπέρα, ο Δον Κιχώτης παρατήρησε απ’ αγνάντια έναν καβαλάρη που είχε στο κεφάλι ένα πράμα που λαμποκοπούσε σαν να ‘ταν από χρυσάφι· και μόλις τον είδε, γύρισε στο Σάντσο και του είπε:

– Μου φαίνεται, Σάντσο, πως δεν υπάρχει παροιμία που δεν είναι αληθινή· γιατί όλες τους είναι γνωμικά βγαλμένα από την πείρα, τη μητέρα που γέννησε όλες τις επιστήμες – και προπάντων εκείνη η παροιμία που λέει: «όπου μια πόρτα κλείσει, άλλη πόρτα θ’ ανοίξει». Σου το λέω αυτό, γιατί αν χτες βράδυ η τύχη μάς έκλεισε την πόρτα για την περιπέτεια που γυρεύαμε, και μας έπαιξε κείνο το παιχνίδι με τους κόπανους της νεροτριβής, τώρα μας ανοίγει τετράπλατη μια άλλη πόρτα για μια καλύτερη και πιο σίγουρη περιπέτεια, που, αν δεν βρω τρόπο να την περάσω, το λάθος πια θα ‘ναι δικό μου, και δε θα μπορώ να το ρίξω μήτε στο που δεν έχω δει ποτέ μου νεροτριβή, μήτε στης νύχτας τη σκοτεινιά. Αυτό σ’ το λέω, γιατί, αν δε γελιέμαι, κάποιος έρχεται προς τα δω, που φορεί στο κεφάλι του το κράνος του Μαμπρίνου, που γι’ αυτό έχω κάνει τον όρκο που ξέρεις.

– Πρόσεξέ το καλά, αφεντικό μου, αυτό που λες, κι ακόμα περισσότερο αυτό που πα να κάνεις, είπε ο Σάντσος· γιατί δεν έχω όρεξη να ‘χουμε πάλε τίποτα κόπανους που στο τέλος να μας ξετινάξουν πια ολότελα το μυαλό.

– Που να πάρει ο διάολος, να πάρει, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης· τι έχει να κάνει το κράνος με τους κόπανους;

– Δεν το ξέρω, αποκρίθηκε ο Σάντσος· όμως μα την πίστη μου, αν μπορούσα να σου μιλήσω, όπως συνηθούσα πρώτα, μπορεί να ‘λεγα στην ευγενία σου κάμποσα λόγια, που να ‘βλεπες πως πάλι γελιέσαι μ’ αυτό που λες.» (Κεφ. 21ο)

Η γλώσσα που φτιάχνει ο Θερβάντες αναδεικνύει ένα νέο ιππότη ο οποίος μπορεί να είναι μέρος του λαού και να συμμετάσχει μέσα από τη μάχη για τα ιδανικά του και με την «αριστεία» του σε έναν νέο κόσμο που σχηματίζεται: τον κόσμο των πόλεων και των νέων αξιών οι οποίες επιτρέπουν την κοινωνική ανέλιξη και στον οποίο η παιδεία είναι ανοικτή σε περισσότερους ανθρώπους. Αυτός ο κόσμος φτιάχνει νέες έννοιες και η γλώσσα γίνεται όχημα κατάκτησης ελευθερίας και ισοτιμίας.

Εκφράσεις όπως «δονκιχωτισμός» ή «το κυνήγι των ανεμόμυλων» αποδεικνύουν ότι ο Δον Κιχώτης ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του λογοτεχνικού ήρωα κι έγινε κομμάτι της ίδιας της γλώσσας. Έγινε δηλαδή έννοια που οφείλει να εκφραστεί και κατά συνέπεια ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα διευρύνοντας το γλωσσικό πεδίο.

Ο Θερβάντες γίνεται ο «ιππότης της γλώσσας» που μεταφέρει ιδανικά και κανόνες ευγενείας και κρίνει το κατεστημένο μέσα από τις κωμικοτραγικές όψεις της ζωής αλλά και με πρόφαση την τρέλα και το όνειρο, που λίγους αιώνες μετά θα εμφανιστούν μέσα στις φροϋδικές θεωρίες και τον υπερρεαλισμό για να γονιμοποιήσουν για άλλη μια φορά τη γλώσσα και τη λογοτεχνία και μέσα από αυτές την ίδια την κοινωνία.

Τελειώνοντας θα αναφερθώ σύντομα στην ιστορία του αφηγήματος:

«Ο Δον Κιχώτης είναι ο ιδαλγός που επηρεασμένος από ευτελή ιπποτικά βιβλία αναζητά παθιασμένα ιπποτικές περιπέτειες που φυσικά δεν υπάρχουν και τις επινοεί. Έτσι μπλέκεται σε απίστευτες καταστάσεις κωμικές και τραγικές, τις περισσότερες φορές εξευτελιστικές, και διασύρεται προκαλώντας αρχικά την έκπληξη και στη συνέχεια το χλευασμό των άλλων. Ο αιώνιος ιπποκόμος του, ο Σάντσο Πάντσα, αντιλαμβάνεται και πολλές φορές εκμεταλλεύεται την ελαφρότητα του κυρίου του, τον οποίο όμως ακολουθεί πιστά προσδοκώντας κάποια οφέλη. Όμως ο Σάντσο Πάντσα ακόμη κι όταν ξεγελά το αφεντικό του, όταν λέει ψέματα ή όταν προσπαθεί να αποφύγει ευθύνες ή καθήκοντα το κάνει με τέτοια αφοπλιστική ευθύτητα, αφού η έννοια του συμφέροντος είναι τόσο αφελώς ξεκαθαρισμένη στο μυαλό του, που δεν είναι παρά η άλλη όψη της αθωότητας.»

 

Ο Θερβάντες και ο Δον Κιχώτης του κατόρθωσαν να φτιάξουν μία γλώσσα που «μας βγάζει τη γλώσσα» και που ταράζει, με όπλο το γέλιο, τη βεβαιότητά μας για τον κόσμο χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα παρά μόνο να καταγράψει το απλό και ευτράπελο που ξεπερνάμε στην καθημερινότητά μας χωρίς να διδαχτούμε από αυτό.

Νότα Χρυσίνα

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: