«Η ΚΡΑΥΓΗ» του EDVARD MUNCH

 

 

edvard-munch-%ce%b7-%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%b3%ce%ae

Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα πολύ σύγχρονο έργο που αντικατοπτρίζει απολύτως την απόγνωση  και την απελπισία της σημερινής κοινωνίας.

Το περίφημο έργο «Κραυγή» του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρντ Μουνχ πουλήθηκε έναντι 119,92 εκατομμυρίων δολαρίων. Έγινε, έτσι, το ακριβότερο έργο τέχνης που πουλήθηκε σε δημοπρασία.

Ο πίνακας που αποτελεί τμήμα μιας σειράς τεσσάρων έργων δημοπρατήθηκε στη Νέα Υόρκη από τον οίκο Sotheby’s.

Το έργο του Νορβηγού ζωγράφου, δημιουργήθηκε το 1895 και απεικονίζει μία σχεδόν αφηρημένη ανδρική φιγούρα με το στόμα ανοιχτό και τα χέρια να ακουμπάνε τα αφτιά, μπροστά στο σκοτεινό ουρανό του Όσλο. Υποδηλώνει μία απελπισμένη ανθρώπινη μορφή.

Ήταν η μόνη εκδοχή του έργου -από τις τέσσερις- που βρισκόταν σε χέρια ιδιώτη. Οι άλλες τρεις ήταν ιδιοκτησία νορβηγικών μουσείων.

Είναι, επίσης, ο μοναδικός που περιλαμβάνει στο κάδρο ένα ποίημα του Έντβαρντ Μουνχ που μιλάει για την έμπνευσή του.

«Περπατούσα σε έναν δρόμο με δύο φίλους/ ο ήλιος έδυε/ ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινο του αίματος/ σταμάτησα, αισθάνθηκα εξαντλημένος και έγειρα στον φράχτη/ υπήρχε αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μπλε-μαύρο φιόρδ και την πόλη.  Οι φίλοι μου συνέχισαν και εγώ στάθηκα εκεί, τρέμοντας από ανησυχία/ και αισθάνθηκα μια απέραντη κραυγή να διασχίζει τη φύση».

Το έργο θεωρείται από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα τέχνης.

Η Κραυγή είχε κλαπεί το 2004 από το μουσείο Μουνχ στο Όσλο, μαζί με την Μαντόνα, ένα ακόμη διάσημο έργο του ζωγράφου. Επανήλθαν στην κατοχή του μουσείου δύο χρόνια αργότερα σε κακή κατάσταση.

Από μικρή ηλικία ο Μουνχ είχε βιώσει την απώλεια με τον θάνατο της μητέρας και της αδελφής του από φυματίωση, εμπειρία που αργότερα θα τον απομάκρυνε από τη νατουραλιστική επιρροή των συγχρόνων του Νορβηγών ζωγράφων και τις ιμπρεσιονιστικές κατευθύνσεις των γάλλων ομότεχνών του. Τα χρώματα μετατρέπονται από εργαλεία σε αυτοσκοπό, προς αναζήτηση μιας ταυτότητας και ενός προορισμού που ο ζωγράφος αναζητούσε μέσα από τις υπαρξιακές αναζητήσεις και εμμονές που κυρίευαν τον εσωτερικό του κόσμο. Η πικρία, το κενό, το αίσθημα του πόνου και του θανάτου απασχολούν σταθερά τον ζωγράφο, ο οποίος τα αποτυπώνει εικαστικά με σχεδόν δαιμονικό τρόπο, επηρεάζοντας με την τέχνη του ολόκληρο το κίνημα των εξπρεσιονιστών. Όλη του η τέχνη είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρήσει ζωντανές μνήμες και αναμνήσεις, με κυριότερη τη μνήμη του πόνου, για την οποία θα αφιερώσει πάνω από σαράντα χρόνια από τη ζωή του. Σα να προσπαθούσε να φυλακίσει όλο τον πόνο που βίωσε ο ίδιος μέσα στους πίνακές του και να τον εξορκίσει μέσα από την τέχνη του, εκεί όπου τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου γειτνιάζουν τόσο πολύ που δύσκολα μπορούν να γίνουν διακριτά.

Ο Στρίντμπεργκ, διανοούμενος καλλιτέχνης και προσωπικός του φίλος είχε γράψει σε ένα δοκίμιό του: «Πάνω στη ζωγραφική του Μουνχ, κάποιος θα έπρεπε να γράψει μουσική.» Οι συνθέσεις του, ακόμα κι όταν υιοθετούν τη φωτεινή παλέτα των ιμπρεσιονιστών, δημιουργούν μια αγχώδη δυσαρμονία που ξεβολεύει, υποβάλλοντας εικόνες κενού και εξωπραγματικής σιωπής, μιας σιωπής που αναζητά τον χρόνο της ζωής.

 

Οι εικόνες που δημιουργεί είναι φορτισμένες από δυνάμεις που καταπιέζουν την ψυχή του και καθοδηγούν την ζωγραφική του, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για την τέχνη, μέσα από την οποία μπορούν πλέον να εκφραστούν συναισθήματα και ιδέες που για μια ολόκληρη γενιά ήταν απαγορευμένα, την εξερεύνηση της μυστικής όψης της ανθρώπινης φύσης, πράγματα που δεν μπορούν να εκλογικευτούν, σκέψεις μόλις σχηματισμένες που δεν έχουν προλάβει ακόμα να μορφοποιηθούν, όλη η συσσωρευμένη εσωτερική ενέργεια του ζωγράφου που αγωνιά και παλεύει να βρει τη διέξοδό της στον καμβά. «Το καθήκον του καλλιτέχνη είναι να χαρίζει μέσα από τα έργα του την ψυχή του, τον κόπο του, το αίμα της καρδιάς του», θα γράψει σε μιαν άλλη σελίδα του ημερολογίου του, περιγράφοντας αυτή την αγωνιώδη αναζήτηση που βασανίζει και στο τέλος λυτρώνει.

Η σύνθεση, η προοπτική, η επιλογή των χρωμάτων, το φόντο που γίνεται βασικό σχόλιο, οι μυστηριώδεις και σκοτεινοί όγκοι που αφήνουν μια υπόνοια απειλής και ανησυχίας, γίνονται πρωταγωνιστές και καθορίζουν την συμβολική διάσταση σε έναν πίνακα, και ένα έργο ζωής γενικότερα, όπου σκέψη και απεικόνιση αναμειγνύονται μέχρι που φτάνουν στην ταύτιση. Το εξωτερικό ερέθισμα γίνεται έμπνευση φιλτραρισμένη από το προσωπικό βίωμα και τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ζωγράφου περί πεπρωμένου του ανθρώπου. Έτσι, η απεικόνιση γίνεται ερμηνεία, ή τουλάχιστον μια προσπάθεια αυτής, όπως την εισπράττει ο ίδιος.
Το πινέλο γίνεται νυστέρι και σκάβει, σκάβει ακατάπαυστα, ανελέητα, προσπαθώντας να ανακαλύψει το νόημα κάτω από τα φαινόμενα, το είναι κάτω από το φαίνεσθε, το μυστικό της ύπαρξης που πάλλεται ανακαλύπτοντας στη γυναίκα τον έρωτα, στον έρωτα τη ζωή, στη ζωή τον θάνατο και στον θάνατο ξανά τη ζωή, μοτίβα που τον απασχολούσαν σε μόνιμη βάση.

 

 Κοκκίνου Ανθή

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: