Λόρδος Βύρων: ένας ρομαντικός ποιητής που έγινε επαναστάτης

807835_rx_Portrait_of_Lord_Byron_-_Google_Art_Project

 

 

Ο Λόρδος Βύρων, κορυφαίος ποιητής του ρομαντισμού, ήταν ένας ιδεολόγος φιλέλληνας που πίστεψε στην ελληνική επανάσταση.

Ωστόσο, δε διατηρούσε αυταπάτες καθώς είχε επισκεφτεί την Ελλάδα ως περιηγητής στα 1809 -1811. Οι Έλληνες που συνάντησε κατά τη διάρκεια της περιήγησής του δεν ήταν οι αρχαίοι Έλληνες των αναγνωσμάτων του στο Κέιμπριτζ.  Τι τον παρακίνησε λοιπόν στα 1823 στην απόφασή του να διαθέσει την περιουσία του και τον εαυτό του στην υπηρεσία του Αγώνα των Ελλήνων;

Η ζωή του Μπάυρον ήταν γεμάτη από αντιθέσεις. Από μικρό παιδί έπρεπε να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι διέθετε ένα αγγελικό πρόσωπο αλλά και ένα εκ γενετής παραμορφωμένο πόδι που τον υποχρέωνε να κουτσαίνει. Από νεαρή ηλικία ερωτεύθηκε με πάθος τις Τέχνες αλλά και τον έρωτα.

Το 1806, σε ηλικία 18 ετών, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Κομμάτια Φυγάδες» («Fugitive Pieces»), η οποία ενόχλησε τους εκπροσώπους της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα ο άπειρος νεαρός λόρδος να την αποσύρει από την κυκλοφορία. Το 1808 επανήλθε ωστόσο με νέες συλλογές του.

Το 1809, ήδη βασανιζόταν  από κατάθλιψη. Κατόρθωσε και εξελέγη μέλος της Βουλής των Λόρδων.

Σε ηλικία 10 ετών είχε κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία, όμως γρήγορα βρέθηκε με τεράστια χρέη. Το 1809, αν και υπερχρεωμένος,  ξεκίνησε τα ταξίδια του στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Μάλτα και στην Ελλάδα. Στην Ήπειρο, όπου φιλοξενήθηκε από τον Αλή Πασά, άρχισε να γράφει το «Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ» («Childe Harold’s Pilgrimage», που εκδόθηκε το 1818).

Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, τα ποιήματά του άρχισαν να επικεντρώνονται όλο και πιο πολύ στην χώρα και την μακραίωνη Ιστορία της. Στην Αθήνα γνώρισε και ερωτεύθηκε παράφορα την μόλις 12χρονη Τερέζα Μακρή (την πιο όμορφη από τις τρεις θυγατέρες του Άγγλου πρόξενου Θεοδώρου Μακρή),  την οποία μόλις είδε ο φίλος τού Μπάυρον και συνοδοιπόρος του ο Χόμπχαουζ αναφώνησε («Ω, μια Καρυάτιδα έχει ζωντανεύσει!»), για την οποία έγραψε το ποίημα «Κόρη των Αθηνών» («Maid of Athens, ere we part»): «κόρη γλυκιά των Αθηνών, τώρα π’ αποχωριζόμαστε / δωσ’ μου, ώ, δωσ’ μου πίσω την καρδιά μου / ή, αφού ούτως ή άλλως έχει βγει από τα στήθη μου / κράτα την και πάρε και όλα τα’ άλλα / άκου τον όρκο μου προτού φύγω: ζωή μου σ’ αγαπώ».

Επέστρεψε στην Αγγλία το 1811 αλλά σύντομα άρχισε να ταξιδεύει πάλι. Στη Γενεύη γνώρισε τον ποιητή Σέλεϋ και το  1819 επισκέφτηκε τη Ραβέννα όπου μυήθηκε στην επαναστατική οργάνωση των «Καρμπονάρων», συστημένος από τον προσωπικό του φίλο κόμη Πιέτρο Γκάμπα.

Τον Ιούλιο του 1823 έφυγε ξανά για την Ελλάδα μαζί με τον Πιέτρο Γκάμπα. Αρχικά επισκέφτηκε την Κεφαλληνία και μετά το Μεσολόγγι (όπου έφθασε στις 29 Δεκεμβρίου), παρασυρμένος από την συγκίνηση ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των απογόνων των αρχαίων Ελλήνων:

«Εγερθείτε! εγερθείτε! ανακτήσατε γενναίως / τη γην ταύτην, της οποίας είναι άφθαρτον το κλέος,/ εις την τέφραν των προγόνων εύρατε τινάς σπινθήρας / και ανάψατ’ εις τα στήθη ενθουσιασμού κρατήρας» έγραφε σε ένα ποίημά του (μετάφραση Αικατερίνης Δοσίου, από το βιβλίο της Ευγενίας Κεφαλληναίου).

Ξεκίνησε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο για την οικονομική στήριξη των οπλαρχηγών του Μεσολογγίου και την δημιουργία ενός δικού του μικρού στρατού 40 ανδρών με επικεφαλής τους Γκάμπα, Δράκο, Φωτομάρα και Τζαβέλλα. Διέθεσε για τον σκοπό αυτό το μεγαλύτερο τμήμα της περιουσίας του (ό,τι του είχε απομείνει από την πώληση των ακινήτων του στην Αγγλία ενόσω ήταν στη Βενετία: ένα τμήμα είχε ξοδευτεί για κάλυψη των χρεών του και ένα μικρότερο σε αγορά όπλων για τους «Καρμπονάρους»). Ενώ όμως σχεδίαζε με τον Μαυροκορδάτο επίθεση  στο φρούριο του Λεπάντο, ασθένησε σοβαρά από βαρύ κρυολόγημα (ή σηψαιμία ή ελονοσία) και πέθανε μετά από λίγο, στις 19 Απριλίου 1824.

Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε μία μακρά ωδή για να τιμήσει την μνήμη του, που άρχιζε με τους στίχους: «Λευτεριά, για λίγο πάψε / να χτυπάς με το σπαθί./Τώρα σίμωσε και κλάψε / εις του Μπάϋρον το κορμί» και τελείωνε με τους «Χαίρου ωστόσο όλους τους τόπους, / που εξανάλαβαν γοργά / πάλι ελεύθερους ανθρώπους. / Και του Μπάϋρον την χαρά».

 

Νότα Χρυσίνα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: