Οι γυναίκες του Διονύσιου Σολωμού

Dionysios_Solomos

 

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν γιός του κόντε Νικόλαου Σολωμού, ευγενή κρητικής καταγωγής, και της Αγγελικής Νίκλη που ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε. Ο ποιητής γεννήθηκε εκτός γάμου αλλά ο πατέρας του φρόντισε για τη μόρφωσή του και τον συμπεριέλαβε στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει παντρεύτηκε τη μητέρα του.

Ο Σολωμός έζησε σε κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, την οποία κάθε τόσο επέτειναν προστριβές με τον ομομήτριο αδελφό του Δημήτριο και δικαστικές διαμάχες τόσο με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Ροβέρτο Σολωμό, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, όσο και, κυρίως, με τον μικρότερο, τον Ιωάννη Λεονταράκη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο τελευταίος διεκδίκησε το όνομα, τον τίτλο και την περιουσία του κόντε Νικολάου, προκαλώντας έναν δικαστικό αγώνα που διήρκεσε πέντε χρόνια (1833-1838). Μολονότι η έκβαση δικαίωσε τον Διονύσιο, η υπόθεση κόστισε πολύ στον ποιητή, καθώς τον έφερε σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με αρκετούς φίλους του, που δεν κράτησαν την αναμενόμενη στάση.

Οι περιπέτειες που χρειάστηκε να ζήσει εξαιτίας της οικογενειακής του κατάστασης και της αγγλικής πολιτικής στα Επτάνησα δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του.

Στο ποίημά του «Η τρίχα» του Συνθέματος 1833-1834 ο σατιρικός στόχος του Σολωμού ήταν ο δικηγόρος του αντίδικου αδελφού του, επίσης νόθος, στο κέντρο του ποιήματος βρίσκεται ο γενικότερος προβληματισμός για τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον Έρωτα και παίρνει την απόσταση της αυτοειρωνείας σχολιάζοντας εμμέσως τον τρόπο που γεννήθηκε ο ίδιος αλλά και την εικόνα που είχε για τη γυναίκα : «Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι ..όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο/πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;»

Ο Σολωμός στα πρώτα ελληνικά του ποιήματα υμνεί τον έρωτα και την γυναικεία εξωτερική ομορφιά. Περιγράφει τη γυναίκα σύμφωνα με το ανθρωπιστικό ιδεώδες του έρωτα στην Αναγέννηση όπως αποτυπώθηκε μέσα από τη μορφή της γυναίκας, εφόσον αυτή αποτελεί την πηγή των ερωτικών συναισθημάτων που εξευγενίζουν τον άνθρωπο. Ο Σολωμός όπως και οι ομότεχνοί του Δάντης και Πετράρχης αλλά και το dolce stil nuovo μετέτρεψαν τη γυναίκα σε ένα αγγελικό πλάσμα, που με τη φυσική και πνευματική ομορφιά της γίνεται πρότυπο αρμονίας για όλον τον κόσμο.  Η νεκρή αρραβωνιαστικιά του Κρητικού, η Φεγγαροντυμένη, η Μητέρα Πατρίδα, η Αιμιλία Ροδόσταμο, η Γυναίκα με το Μαγνάδι, η Φραγκίσκα Φραίζερ, ακόμη και η ατιμασμένη Μαρία του Λάμπρου, αποτελούν εκφράσεις ενός ιδεώδους κόσμου κατά τα πρότυπα της ρομαντικής ποιητικής. Στον Σολωμό οι γυναίκες συχνά εξαϋλώνονται, ώστε να μεταμορφώνονται σε οράματα και οπτασίες από κάποιο μακρινό υπερπέραν.

Η γυναίκα στην οποία απευθύνει τους ποιητικούς του λογισμούς θυμίζει ακόμη τις βοσκοπούλες και την μυθιστορία του Λόγγου «Δάφνις και Χλόη». Είναι σχεδόν πάντοτε  απρόσιτη είτε γιατί βρίσκεται σε μοναστήρι, είτε εμφανίζεται στο όνειρό του, είτε ακόμη είναι νεκρή: «Εις κόρην  η οποία αναθρέφετο μέσα εις μοναστήρι», «Ανθούλα», «Το όνειρο», «Ο θάνατος της ορφανής», «Η Αγνώριστη», «Ξανθούλα».

Η «Ξανθούλα» είναι το πρώτο ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός και το οποίο έδειξε στον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Είναι ένα ρυθμικό ποίημα που θυμίζει νανούρισμα. «Τὴν εἶδα τὴν Ξανθούλα, /τὴν εἶδα ψὲς ἀργά, /ποὺ μπῆκε στὴ βαρκούλα, /νὰ πάει στὴν ξενητιά.»

Το 1823 έγραψε τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στo Μεσολόγγι. Η Ελευθερία προσωποιείται και περιγράφεται είτε ως μία γυναίκα που ζητάει από τα παιδιά της να σηκωθούν και να τιμήσουν τους προγόνους τους είτε θρηνεί για τον άδικο χαμό των παιδιών της όπως μία μάνα. Με τον ίδιο τρόπο είχε παρουσιαστεί η Ελευθερία από σπουδαίους ζωγράφους του ρομαντισμού όπως ο Ντελακρουά αλλά και στην ποίηση του λόρδου Μπάιρον, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε ένα συγκινητικό ποίημα.

Στα 1826 ο Σολωμός έγραψε τον «Λάμπρο» και τη «Φαρμακωμένη». Η κοπέλα στην οποία αναφέρεται στο ποίημα  «Φαρμακωμένη» είναι μία παρθένα που αυτοκτόνησε εξαιτίας των πικρόχολων σχολίων από το περιβάλλον της. Το ποίημα συνεχίζεται στο «Η Φαρμακωμένη στον Άδη» όπου τονίζεται επίσης η παρθενία της κοπέλας η οποία περιμένει τον αγαπημένο της να συναντηθούν στον άλλο κόσμο.   Η Μαρία στον «Λάμπρο» είναι μία γυναίκα που υφίσταται τις ψυχικές διακυμάνσεις ενός φαουστικού ήρωα και που καταλήγει στην τρέλα. Το ρομαντικό πάθος που βιώνεται τραγικά θυμίζει ακόμη βυρωνικό ποίημα. Ο Σολωμός είχε ασχοληθεί με μυστικιστικές θεωρίες όπως ο Μπάιρον αλλά και πολλοί ρομαντικοί ποιητές :  «Μ᾿ ἕνα πικρὸ χαμόγελο στὸ στόμα/Ἔρχεται ἡ κόρη ἐκεῖ καὶ μὲ σιμώνει·/Τῆς τυλίζει ἕνα σάβανο τὸ σῶμα,… Καὶ βλέπω ἀπ᾿ τὸ σταυρὸ καὶ βγαίνει αἷμα/Μαῦρο μαῦρο, καὶ τρέχει ὡσὰν τὴ βρύση»

Το μεγάλο, το επικό γεγονός από το οποίο εμπνεύστηκε ο Σολωμός ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποϊία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των «Ελευθέρων πολιορκημένων». Σε αυτό το ποίημα οι γυναίκες παρουσιάζονται ως ηρωίδες. Η γυναίκα είναι η μάνα των ηρώων που συμβάλλει στην εποποιία. «Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:/Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω.»

Στον «Κρητικό» ο ποιητής μιλάει για τον έρωτα πέρα από τον θάνατο και βλέπει μια «φεγγαροντυμένη» με «θεϊκή θωριά» παραπέμποντας σε μυστηριακές και μυστικιστικές ιδέες αλλά και στις νεοπλατωνικές ιδέες που συνδέθηκαν με τον ρομαντισμό: «κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη. /Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της, /στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της». H γυναίκα είναι πλάσμα θεϊκό και απόμακρο. Μία Αφροδίτη ή μία Παναγία.

 

Τέλος, η «Γυναίκα της Ζάκυθος» είναι μία γυναίκα που μισεί τις άλλες γυναίκες. Ο Σολωμός την περιγράφει άσχημη, μικρόσωμη, με πεσμένο στήθος, με πρόσωπο σαν καλαπόδι δηλαδή μακρύ χωρίς αρμονία, δέρμα μαραμένο και δόντια άσχημα και τα μισά σάπια ενώ τα πάνω μεγάλα. Τα μάτια μαύρα με το ένα αλλήθωρο. Η ασχήμια της πλαισιωνόταν από μία λάμψη κακίας στο βλέμμα και στη φωνή που άλλαζε κατά τον πονηρό σκοπό της. Γυναίκα δαιμονική που καμωνόταν την όμορφη μα που την κρυφόκαιγε η κακία και πονηρία.

«Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό και παρμένο.  Και το στήθος σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και αποκάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες […]»

Ωστόσο, ο Σολωμός  στην σκηνή της αντιπαράθεσης της «Γυναίκας της Ζάκυθος» με τις Μεσολογγίτισσες γράφει με ύφος χιουμοριστικό πως από το θυμό της ισιώνει το πρόσωπό της και γίνεται κανονική «Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα· και εγρύλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληθώρικο, και το αλληθώρικό ‘σιαξε.»

Όλες οι άλλες γυναίκες ήταν πόρνες ενώ αυτή ήταν σωστή και καλόψυχη «Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες·»

Η γυναίκα είναι μισότρελη και χορεύει δαιμονισμένη. Η σκηνή με τον καθρέφτη θυμίζει τον «Φάουστ» του Γκαίτε αλλά ίσως εμπνέεται και από τον λόρδο Μπάϊρον και το δικό του ποίημα με τον Διάβολο. Η εποχή εμπνέεται από ιστορίες μυστικιστικές και από την άποψη πως το καλό και το κακό είναι όψεις του ίδιου ανθρώπου… Θλίψη και γνώση… Ο «Μάνφρεντ» είναι ο πιό Φαουστικός ήρωας του Μπάϊρον. Ο ποιητής είχε όντως επηρεαστεί από τον πρώτο Φάουστ του Γκαίτε και είναι άξιο προσοχής ότι και ο Γκαίτε αργότερα, θα είναι υπό την επήρεια του Βυρωνικού ήρωα, όταν θα γράφει τον δεύτερο Φάουστ.

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση της γυναίκας στην ποίηση του Σολωμού θα αναφερθώ συνοπτικά στις  θηλυκές παρουσίες που καθόρισαν τη ζωή του ποιητή η Μούσα, η Γλώσσα και η Ελευθερία. Για τις τελευταίες έγραψε: «Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»

 

Νότα Χρυσίνα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: