ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ Δεύτερο μέρος

Ζάππειο

Άλλες πάλι φορές, οι Εθνικοί Ευεργέτες απέχουν αρκετά από τον άνθρωπο, ο οποίος έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία της περιουσίας τους. Είναι η περίπτωση της οικογένειας Σίνα, για παράδειγμα. Ο πρώτος Σίνας, που εγκαταστάθηκε στη Βιέννη, ο Σίμων, πέθανε το 1822 και είχε ασχοληθεί πολύ αποδοτικά με το εμπόριο. Ο δεύτερος, γιος του προηγουμένου, ο βαρώνος Γεώργιος Σίνας, τραπεζίτης το επάγγελμα, ίδρυσε το 1842 στην Αθήνα το «Εθνικό Αστεροσκοπείο», στον λόφο των Νυμφών. Και ο τρίτος, εγγονός του πρώτου, ο βαρώνος Σίμων Σίνας, επίσης τραπεζίτης, κατέβαλε τη δαπάνη για να ανεγερθεί το μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία, για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε και Σιναία. Άλλη περίπτωση οικογένειας Εθνικών Ευεργετών είναι εκείνη της οικογένειας Μπενάκη. Ο πρώτος, ο Εμμανουήλ Μπενάκης, ίδρυσε μεταξύ άλλων το «Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο» στην Κηφισιά. Οι κληρονόμοι του και κυρίως ο γιος του, ο Αντώνης Μπενάκης, δώρησαν αργότερα την κατοικία τους, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, προκειμένου να ιδρυθεί το Μουσείο Μπενάκη. Ο Αντώνης Μπενάκης μάλιστα δώρησε στο νεοσύστατο Μουσείο τις συλλογές που ο ίδιος είχε με μεγάλο μεράκι και πολύ κόπο καταρτίσει και το προίκισε αρχικά με δέκα χιλιάδες λίρες και αργότερα με το κληροδότημά του με είκοσι χιλιάδες  λίρες.

Η οικογενειακή κατάσταση των Εθνικών Ευεργετών είναι ένα στοιχείο πολύ σημαντικό, γιατί από αυτήν εξαρτάται ουσιαστικά η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων ενός πλούσιου ανθρώπου. Όσοι από τους Εθνικούς Ευεργέτες είναι άγαμοι, διαθέτουν συχνότερα τα υπάρχοντά τους στο κοινωνικό σύνολο. Συστήνουν ή προσπαθούν να συστήσουν ένα ίδρυμα όσο είναι ζωντανοί και με τη διαθήκη τους κληροδοτούν στο ίδρυμα αυτό το σύνολο σχεδόν της περιουσίας τους. Είναι η περίπτωση του Μάνθου Ριζάρη, του Γεωργίου Ριζάρη, του Ευαγγέλη Ζάππα και του Κωνσταντίνου Ζάππα. Όσοι από τους Εθνικούς Ευεργέτες είναι άγαμοι, διαθέτουν συχνότερα τα υπάρχοντά τους στο κοινωνικό σύνολο. Συστήνουν ή προσπαθούν να συστήσουν ένα ίδρυμα όσο είναι ζωντανοί και με τη διαθήκη τους κληροδοτούν στο ίδρυμα αυτό το σύνολο  σχεδόν της περιουσίας τους. Είναι η περίπτωση του Μάνθου Ριζάρη, του Γεωργίου Ριζάρη, του Ευαγγέλη Ζάππα και του Κωνσταντίνου Ζάππα. Όσοι από τους Εθνικούς Ευεργέτες είναι έγγαμοι χωρίς παιδιά, αφήνουν συνήθως, με τη διαθήκη τους, τα περιουσιακά τους στοιχεία σε ευεργετήματα μετά τον θάνατο της συζύγου τους.  Όταν έχουν αποκτήσει παιδιά όμως σπάνια γίνονται Εθνικοί Ευεργέτες. Την περιουσία τους αφήνουν στα παιδιά τους και πολύ μικρά τμήματά της διαθέτουν σε έργα με κάποιο κοινωνικό στόχο. Εξαίρεση στο σημείο αυτό αποτελούν οι Εθνικοί Ευεργέτες που είχαν νυμφευθεί κάποια γόνο διακεκριμένης και πλούσιας οικογένειας. Η ύπαρξη πρόσθετων περιουσιακών στοιχείων, από την πλευρά της συζύγου, αλλά και η διαβίωση σε ένα κλίμα οικογενειακό σαφώς ανώτερο από εκείνο του μέσου όρου της ελληνικής κοινωνίας έχουν αναμφισβήτητα συμβάλει στη διαμόρφωση μιας νοοτροπίας που ευνοεί τον ευεργετισμό. Παράδειγμα στην περίπτωση αυτή η Ιφιγένεια Συγγρού, το γένος Μαυροκορδάτου, αλλά και η Βιργινία Μπενάκη, το γένος Χωρέμη, της οποίας όχι μόνον ο σύζυγος, ο Εμμανουήλ Μπενάκης, αλλά και ο γιος της, ο Αντώνης Μπενάκης, υπήρξαν Εθνικοί Ευεργέτες.

Ας δούμε όμως και τη συμπεριφορά του επίσημου ελληνικού κράτους απέναντι στους Εθνικούς Ευεργέτες. Όποτε γίνεται γνωστή η δυνατότητα και η πρόθεση για ευεργεσία, οι αντιδράσεις των ιθυνόντων του ελληνικού κράτους είναι άψογες. Συχνά, η συμπεριφορά αυτή συνετέλεσε ώστε οι πάμπλουτοι ομογενείς να θέλουν να πραγματοποιήσουν τις ευεργεσίες τους. Είναι η περίπτωση του βαρώνου Γεωργίου Σίνα, ο οποίος το 1834 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδος στη Βιέννη. Το 1840, ο Σίνας προχώρησε στη δωρεά των χρημάτων που απαιτούνταν για την ανέγερση του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ο γιος του, ο Σίμων Σίνας, διορίστηκε πρεσβευτής στη Βιέννη, αφού είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να προσφέρει τα χρήματα που χρειάζονταν για την ανέγερση της Ακαδημίας Αθηνών. Το κτήριο αυτό θεμελιώθηκε το 1859, ολοκληρώθηκε όμως πολύ αργότερα, το 1885. Αλλά και προς τον Ευαγγέλη Ζάππα είχε γίνει πρόταση να εκπροσωπήσει διπλωματικά την Ελλάδα στη Βλαχία, όπως λεγόταν τότε η Ρουμανία. Ο Ζάππας, παρά τις σημαντικές γνωριμίες που είχε με τους ντόπιους ιθύνοντες, δεν δέχθηκε να αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση.

Το ελληνικό κράτος όμως και σε άλλες περιπτώσεις προσπαθούσε να φέρεται σωστά. Απένεμε τα μετάλλιά του χωρίς ιδιαίτερη φειδώ. Ο Ευαγγέλης Ζάππας είχε τιμηθεί με  παράσημο το 1858, μόλις είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να προχωρήσει στη δωρεά του. Αλλά και τιμές επεφύλασσε το ελληνικό κράτος σε όλους τους Εθνικούς Ευεργέτες, όταν επισκέπτονταν τη χώρα. Ο Ευαγγέλης Ζάππας δεν πρόφθασε να επισκεφθεί την πατρίδα του μετά την ανακοίνωση της δωρεάς του. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας όμως που ήρθε στην Αθήνα το 1888, προκειμένου να παραστεί στα εγκαίνια του Ζαππείου, έγινε δεκτός με πάμπολλες τιμές.

Σε πολλές περιπτώσεις μια μεγάλη δωρεά παίρνει το όνομα του ιδρυτή της, του χρηματοδότη της. Έτσι, έχουμε το Αρσάκειο εκπαιδευτήριο, το Μουσείο Μπενάκη και το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, το Νοσοκομείο Συγγρού και τη λεωφόρο Συγγρού, τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, και τόσα άλλα. Η ονοματοθεσία γίνεται είτε γιατί το απαιτούν οι Εθνικοί Ευεργέτες, είτε διότι το ελληνικό κράτος αισθάνεται την υποχρέωση που έχει απέναντι στους συγκεκριμένους ανθρώπους και τους τιμά.

Από όσα αναφέρθηκαν έως τώρα, γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχουν κοινά σημεία, τα οποία να συνδέουν τους Εθνικούς Ευεργέτες. Τα μόνα κοινά σημεία, τα οποία ξεπηδούν έως αυτή τη στιγμή, είναι ότι οι άνθρωποι εκείνοι διέθεταν πολλά χρήματα και είχαν ζήσει, άλλος λίγο, άλλος πολύ, στο εξωτερικό. Όταν αυτή η μόνιμη διαβίωση συνεπαγόταν μια χώρα με πολύ χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο, όπως η Ρουμανία της δεκαετίας του 1850  για παράδειγμα, οι μελλοντικοί Εθνικοί Ευεργέτες περνούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα στις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Επισκέπτονταν γιατρούς είτε μετέβαιναν για ιαματικά λουτρά, είτε απλώς διασκέδαζαν λίγο. Ίσως και πονηρά… Οι επισκέψεις αυτές τους έδιναν τη δυνατότητα να διαπιστώνουν από κοντά πόσο είχαν προχωρήσει οι άλλοι λαοί στην εφαρμογή μέτρων κοινωνικού περιεχομένου, που θα διευκόλυναν τον πληθυσμό στην καθημερινή του ζωή.

Ο τρίτος κρίκος τέλος που συνδέει τους ανθρώπους αυτούς και που μπορούμε να τον επικαλεστούμε, για ορισμένες περιπτώσεις τουλάχιστον, προέρχεται από τη μεγάλη δημοσιότητα, η οποία δίνεται στις ευεργεσίες, μόλις αναγγέλλεται ο σχεδιασμός τους. Το γεγονός αυτό, ταυτόχρονα με τους πανηγυρικούς λόγους, που συνέχεια εκφωνούσαν οι αρμόδιοι παράγοντες, ή με την αρθρογραφία των εφημερίδων, που συνεχώς επιζητούσαν –όπως είναι φυσικό- παρόμοια θέματα, άρκεσε αρκετές φορές ώστε να δημιουργήσει το έναυσμα για να ακολουθήσουν και όσοι είχαν τις οικονομικές δυνατότητες, το παράδειγμα των πρώτων Εθνικών Ευεργετών.

Και τώρα, αφού είδαμε με συντομία ποιοί είναι οι Εθνικοί Ευεργέτες, ας ρίξουμε μια ματιά και στα κληροδοτήματά τους. Τα περισσότερα από αυτά προορίζονται για εκπαιδευτικούς σκοπούς: τη δημιουργία της Ακαδημίας Αθηνών, της Εθνικής Βιβλιοθήκης, του Πανεπιστημίου, του Πολυτεχνείου και των μεγάλων Μουσείων μας είναι τα πρώτα από τα κληροδοτήματα. Ακολουθεί η ίδρυση σχολείων σε διάφορες περιοχές της χώρας ή και στο εξωτερικό, σε όποια σημεία δηλαδή υπάρχουν ανθηρές ελληνικές παροικίες. Αυτό έκανε ο Αβέρωφ στην Αίγυπτο. Ακόμη, πρακτικά σχολεία, ιερατικά σχολεία, ορφανοτροφεία, παρθεναγωγεία, καθώς και η θέσπιση χορήγησης υποτροφιών.

Τη δεύτερη θέση στα κληροδοτήματα κατέχουν εκείνα που αναφέρονται στην υγειονομική και στην κοινωνική πρόνοια. Τέτοια είναι τα νοσοκομεία γενικά, και ειδικότερα τα λυσσιατρεία, τα μαιευτήρια, τα οφθαλμιατρεία, τα φθισιατρεία και τα φρενοκομεία, αλλά και τα διάφορα άσυλα, πτωχοκομεία ή γηροκομεία, όπως και οι φυλακές ή η πρόνοια για την αποκατάσταση των φυλακισμένων και η προικοδότηση των κοριτσιών. Τέλος, πολλά κληροδοτήματα προσφέρονται σε εκκλησιαστικά ιδρύματα, όπως το Πατριαρχείο, ο Πανάγιος Τάφος, πληθώρα ιερών ναών και νεκροταφείων.

(Από ανέκδοτο βιβλίο μου για τους Ζάππες και τα Ολύμπια)

Μίτσι Πικραμένου

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: