Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης απήγγειλε Καβάφη με «έναν αέρα τραγικού»

 

5141D08621C0A732AAF238EE041B23D9

Αφού μετέφρασε και μάς διάβασε Οδύσσεια και Ιλιάδα και αφού απήγγειλε Καβάφη με «έναν αέρα τραγικού» ο δάσκαλος  Μαρωνίτης έφυγε από κοντά μας με το άρμα του  Άδη όπως αυτό απεικονίζεται σε τοιχογραφία που ονομάζεται «Η αρπαγή της Περσεφόνης από το Άδη».

Ο Μίμης όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του υπήρξε φιλόλογος, μεταφραστής αρχαίων συγγραφέων και δοκιμιογράφος.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης και συνέχισε σπουδάζοντας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συμπλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Δυτική Γερμανία με υποτροφία από το ίδρυμα “Humboldt Stiftung”, δίπλα στον γνωστό ελληνιστή Βάλτερ Μαργκ (Walter Marg). Το διδακτορικό του δίπλωμα το έλαβε το 1962 από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο όπου και δίδαξε Αρχαία Ελληνικά από το 1963 έως το 1968 ως εντεταλμένος υφηγητής (στη Φιλοσοφική Σχολή).

Η αγάπη του Δ.Ν. Μαρωνίτη για την μετάφραση των αρχαίων κειμένων θεμελιώθηκε στο Πειραματικό σχολείο και πήρε μια πιο στέρεη μορφή στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Ο κατ’ εξοχήν δάσκαλός του υπήρξε ο I. Θ. Kακριδής. Σημαντική επιρροή στα μεταφραστικά του ενδιαφέροντα έπαιξε και ο W. Marg -που εκδίδει και για χρόνια το αρχαιογνωστικό περιοδικό, το Gnomon.

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης μετέφρασε Ηρόδοτο, Ησίοδο καθώς και τα δύο έργα που αποδίδονται στον Όμηρο: την Οδύσσεια και την Ιλιάδα. Το 2012 εξέδωσε και την μετάφραση της τραγωδίας «Αίας» του Σοφοκλή.

Ο Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης εκτός των άλλων υπήρξε και καλλιτεχνικός διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε. Η θητεία του όμως, ήταν μικρής διάρκειας: από τις 3 Νοεμβρίου 1989 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 1990.

Εκτός από Πανεπιστημιακός δάσκαλος ο Δ.Ν Μαρωνίτης ήταν γνωστός και ως αρθρογράφος. Το πρώτο του άρθρο με τίτλο «Σημείο αναφοράς» δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1971 στο ΒΗΜΑ και από τότε δημοσίευε ανελλιπώς άρθρα.

Έγραφε στο «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970): «Σε μια εποχή, όπως η δική μας, όταν την ιστορία την παράγουν οι μηχανές με τα ανθρώπινα εξαρτήματά τους, σε τι μπορεί πια να χρησιμεύσει η φωνή του ποιητή;

Σε μια χώρα φτωχή και μικρή, όπως η δική μας, όπου γη, θάλασσες και άνθρωποι μεταβάλλονται στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους των μεγάλων σε προγράμματα της πολεμικής οικονομικής και τουριστικής τους πολιτικής, τι να περισώσουν οι λίγες λέξεις του ποιητή, που τις περισυλλέγει με τις διάχυτές του αισθήσεις; Σε μια ώρα τόσο κρίσιμη, όπως αυτή του τόπου μας σήμερα, όταν ο επιούσιος λόγος πληρώνεται πολύ ακριβά, γιατί ο ποιητής με τη φωνή του να επισημοποιεί και τη δική μας και τη δική του ένοχη επιβίωση;

Tα τρία αυτά αφελή ερωτήματα μπαίνουν εδώ, όχι για να εξάψουν το επιδερμικό άγχος των ψευδαίσθητων, μήτε για να υποδείξουν τη λύση της μεταφυσικής χαύνωσης, αλλά για να ορίσουν τρία είδη από φυλακές, μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι του αιώνα μας, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι.»

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης είχε πολιτική δράση κατά της χούντας αλλά και με την πέννα του στηλίτευε τα κακώς κείμενα της κοινωνίας. Η γνώση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας μας αλλά και η αγάπη για τους νεότερους λογοτέχνες μας τον κρατούσαν ενεργό και μάλιστα σε ρόλο διδακτικό και συμβουλευτικό.

Ο καθηγητής κλασικής φιλολογίας Γιώργης Γιατρομανωλάκης σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο Βήμα την ημέρα του θανάτου του Δ.Ν.Μ., τον χαρακτήρισε φιλέταιρο. Έγραψε χαρακτηριστικά: «Η βασική του, η φυσική ροπή του ήταν η Φιλότης. Όχι ότι το Νείκος δεν συνυπήρχε στον λόγο του. Ήταν ένας ανατρεπτικός «σοφιστής» που μπορούσε να μαγεύει και να καθηλώνει ακροατές και αναγνώστες. Υπήρξε ένας από τους θελκτικότερους μάστορες του προφορικού και γραπτού λόγου. Όμως η ενοποιητική Φιλότης ήταν, σε όλες τους τις εκδηλώσεις, το κύριο γνώρισμα. Έτσι μπόρεσε (έχοντας ένα πολύ καλό δάσκαλο τον Ι. Θ. Κακριδή) να ενοποιήσει τα κλασικά με τα νεοελληνικά γράμματα και μάλιστα με ένα ιδιαιτέρως γοητευτικό, γητευτικό λόγο.»

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης υπήρξε εργάτης των γραμμάτων και δουλευτής της γλώσσας. Θα γραφτούν πολλά για το έργο του και θα του αποδοθούν τιμές όπως αυτές που περιγράφονται σε ένα ποίημα από τα αγαπημένα του τού Καβάφη «Η Κηδεία του Σαρπηδόνος». Στην συνάντησή του με τον αγαπημένο αλεξανδρινό είναι σίγουρο πως θα του το απαγγείλει με «έναν αέρα τραγικού». Αυτόν που μόνο όσοι αγαπούν την ελληνική γλώσσα μπορούν να νιώσουν όσο ζουν και ενδύονται για πάντα με τον θάνατό τους.

 

 

Η Κηδεία του Σαρπηδόνος          (Αναγνωρισμένα)

 

Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα

εσκότωσεν ο Πάτροκλος· και τώρα ορμούν

ο Mενοιτιάδης κ’ οι Aχαιοί το σώμα

ν’ αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

 

Aλλά ο Zευς διόλου δεν στέργει αυτά.

Tο αγαπημένο του παιδί ― που το άφισε

και χάθηκεν· ο Nόμος ήταν έτσι ―

τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.

Kαι στέλνει, ιδού, τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδα

ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασθεί.

 

Tου ήρωος τον νεκρό μ’ ευλάβεια και με λύπη

σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.

Tον πλένει από τες σκόνες κι απ’ τ’ αίματα·

κλείει την πληγή του, μη αφίνοντας

κανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίας

τ’ αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπρά

Oλύμπια φορέματα τον ντύνει.

Tο δέρμα του ασπρίζει· και με μαργαριταρένιο

χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.

Tα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.

 

Tώρα σαν νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης ―

στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξι ―

αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,

μ’ άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,

σε ξακουστόν αγώνα το βραβείον.

 

Έτσι σαν που τελείωσεν ο Φοίβος

την εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούς

τον Ύπνο και τον Θάνατο, προστάζοντάς τους

να παν το σώμα στην Λυκία, τον πλούσιο τόπο.

 

Kαι κατά εκεί τον πλούσιο τόπο, την Λυκία

τούτοι οδοιπόρησαν οι δυο αδελφοί

Ύπνος και Θάνατος, κι όταν πια έφθασαν

στην πόρτα του βασιλικού σπιτιού

παρέδοσαν το δοξασμένο σώμα,

και γύρισαν στες άλλες τους φροντίδες και δουλειές.

 

Kι ως τόλαβαν αυτού, στο σπίτι, αρχίνησε

με συνοδείες, και τιμές, και θρήνους,

και μ’ άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας,

και μ’ όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή·

κ’ έπειτα έμπειροι της πολιτείας εργάται,

και φημισμένοι δουλευταί της πέτρας

ήλθανε κ’ έκαμαν το μνήμα και την στήλη.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

Νότα Χρυσίνα

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: