Ταξίδι στην ιστορία του Θιβέτ.

tibet_0

 

Το περιοδικό και η συντακτική του ομάδα αποφάσισαν να ταξιδεύσουν μαζί σας σε κράτη και διάφορα μέρη και μέσα από Έγκυρες πηγές να δημιουργήσουν την στήλη <Ταξιδιωτικές Εμπειρίες> .

Ένα ταξίδι που σίγουρα θα προσφέρει γνώσεις σε επίπεδο Ιστορικής Δημιουργίας Κρατών αλλά και ταυτόχρονα και άλλες πληροφορίες που θα δημιουργήσουν ένα ταξίδι γνώσεων και πολλαπλών πληροφοριών χρήσιμες στην Εγκυκλοπαιδική μας Ενημέρωση .
Θα ξεκινήσουμε τα ταξίδια μας με πρώτο προορισμό το Θιβέτ .
Καλά ταξίδια μας λοιπόν και καλή παρέα ταξιδιωτική ν έχουμε .
Το Θιβέτ (Tibet) είναι οροπέδιο και περιοχή της Κεντρικής Ασίας, πατρίδα των αυτοχθόνων Θιβετιανών.

Βρίσκεται σε υψόμετρο 4.900 μέτρων κατά μέσο όρο και αποτελεί τη μεγαλύτερη σε ύψος περιοχή της Γης.
Για το λόγο αυτό αναφέρεται κοινά ως «Η Στέγη του Κόσμου».
Το Θιβέτ εκτείνεται ανάμεσα σε δύο χώρες με μεγάλο πολιτισμό, την Ινδία και την Κίνα.

Το όνομά του προέρχεται από σανσκριτική λέξη και σημαίνει «ουρανός». Βρίσκεται σε υψόμετρο 5.000 μέτρων και συχνά αποκαλείται «η πύλη του κόσμου».

Σύμφωνα με τον μύθο, οι Θιβετιανοί -στην πλειοψηφία τους Βουδιστές- κατάγονται από την ένωση ενός πιθήκου, που αποτελεί ενσάρκωση του Βούδα, και μιας δράκαινας.
Το Θιβέτ ήταν ένα ισχυρό βασίλειο και μια πλούσια αγροτική κοινωνία από τον 7o έως τον 10o αιώνα.

Την εξουσία ασκούσε ο Δαλάι Λάμα, ο οποίος θεωρείται απόγονος του Βούδα και πνευματικός ηγέτης των Βουδιστών.

Τον 13o αιώνα η χώρα κατακτήθηκε από τον Τζέκινς Χαν και τους Μογγόλους, οι οποίοι διατήρησαν με διαλύματα την κυριαρχία τους έως τον 18o αιώνα, όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι Κινέζοι.

Η περιοχή παρέμεινε υπό τον έλεγχο της Κίνας έως το 1904, οπότε οι Άγγλοι κατέστησαν το Θιβέτ βρετανικό προτεκτοράτο.
Σήμερα αποτελεί τμήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με ένα μικρό μέρος να είναι υπό τον έλεγχο της Ινδίας. Επίσης, διεκδικείται και από τη Δημοκρατία της Κίνας. Παραδοσιακά πρωτεύουσα έχει τη Λάσα. Οι κάτοικοι ομιλούν τη θιβετιανή γλώσσα.
Η κινέζικη κυβέρνηση και η εξόριστη κυβέρνηση του Θιβέτ διαφωνούν αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο το Θιβέτ έγινε τμήμα της Κίνας, καθώς επίσης αν η ενσωμάτωση στην Κίνα είναι νόμιμη σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.

Γεωγραφικά, η UNESCO και η Encyclopædia Britannica θεωρούν το Θιβέτ ως τμήμα της Κεντρικής Ασίας, ενώ διάφορες ακαδημίες στη Νότια Ασία το θεωρούν τμήμα της Νότιας Ασίας.
Πολλά μέρη της περιοχής ενώθηκαν τον 7ο αιώνα από τον Βασιλέα Σονγκτσάν Γκάμπο (Songtsän Gampo).

Από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι πνευματικοί ηγέτες της περιοχής, γνωστοί ως Δαλάι Λάμα είναι αρχηγοί της κεντρικής θιβετιανής κυβέρνησης (τουλάχιστον ονομαστικά).
Το 1751 η κυβέρνηση της Μαντζουρίας θεσμοθέτησε τον Δαλάι Λάμα τόσο ως πνευματικό ηγέτη του Θιβέτ, όσο και ως αρχηγό κυβέρνησης (Kashag) με 4 Kalöns σε αυτή. Από τον 17ο αιώνα ως το 1959 ο Δαλάι Λάμα και οι αντιβασιλείς του ασκούσαν πολιτική εξουσία και είχαν τον πρώτο λόγο για τα θρησκευτικά και τα διοικητικά θέματα.
Στη διάρκεια του αγώνα της Βρετανίας και της Ρωσίας για επικράτηση στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας, βρετανική δύναμη εισέβαλε στο Θιβέτ και κατέλαβε τη Λάσα το 1904.

Μετά την εισβολή Βρετανία και Θιβέτ υπέγραψαν ειρηνευτική συμφωνία, γεγονός που έκανε μερικούς Θιβετιανούς ιστορικούς να θεωρούν μέσω αυτού του εγγράφου το απομονωμένο μέρος ως ανεξάρτητη κρατική οντότητα.
Το 1949-1950, έπειτα από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ο Μάο Τσε Τουνγκ διέταξε την απελευθέρωση του Θιβέτ από τον Απελευθερωτικό Στρατό του Λαού.

Πολλοί Θιβετιανοί εργάτες και άλλοι συνεργάστηκαν με την κινεζική κυβέρνηση.

Ωστόσο ξέσπασαν συγκρούσεις αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις στη γη και το βουδιστικό θρήσκευμα. Το 1959 ο Δαλάι Λάμα έφυγε στην Ινδία.
Η CIA χρηματοδότησε μυστικό πόλεμο ανταρτών μέχρι που ο Πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον αποφάσισε να συνεργαστεί με τον Μάο Τσε Τουνγκ το 1969. Οι λιμοί και η βία που ακολούθησε την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα, ενέτειναν την αντίσταση χωρίς αποτέλεσμα.
Ο ίδιος ο Δαλάι Λάμα εδώ και πολύ καιρό εγκατέλειψε τα σχέδια για ανεξαρτησία, και επιζητεί γνήσια αυτονομία και σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Θιβέτ.

Η κίνηση αυτή θεωρείται μη δημοφιλής για πολλούς εξόριστους Θιβετιανούς.
Τον Μάρτιο του 2008, με αφορμή την επέτειο από τη συμπλήρωση 49 χρόνων από την εισβολή της Κίνας στο Θιβέτ και την προσάρτηση ως αυτόνομης επαρχίας, έλαβαν χώρα εκτεταμένες διαδηλώσεις, που κατεπνίγησαν με απολογισμό 80 και πλέον νεκρούς.

Ας ρίξουμε μια ματιά στη Θιβετιανή Αυτοκρατορία .

 

is

Θιβετιανή Αυτοκρατορία
Η αρχή της ιστορίας του Θιβέτ εντοπίζεται στη βασιλεία του ηγεμόνα Σονγκτσέν Γκάμπο (604-650), ο οποίος ένωσε περιοχές της κοιλάδας του ποταμού Γιαρλούνγκ και ίδρυσε την Θιβετιανή Αυτοκρατορία.
Ο γάμος του το 640 με την πριγκίπισσα Γουεντσένγκ, ανιψιά του Κινέζου αυτοκράτορα Ταϊζόνγκ των Τανγκ, έφερε ακόμα μεγαλύτερη ισχύ στο βασίλειο του Θιβέτ.
Με τους διαδόχους του Γκάμπο ο βουδισμός είχε ήδη εγκαθιδρυθεί στην περιοχή ως επίσημη θρησκεία και η δύναμη του Θιβέτ εκτεινόταν σε περιοχές της κεντρικής Ασίας, ενώ παράλληλα διείσδυε και στην Κίνα.
Στα τέλη του 763 η επιρροή του Θιβέτ έφτασε και μέχρι την πρωτεύουσα Τσανγκάν της Κίνας των Τανγκ, με συνέπεια την τελική κατάληψη της πόλης, αν και μόνο για δεκαπέντε ημέρες με την ακόλουθη ήττα του θιβετιανού στρατού από τους Τανγκ και τους συμμάχους τους Ουιγούρους.
Το Ναντζάο στο Γιουνάν, και οι γύρω περιοχές, παρέμειναν κάτω από θιβετιανό έλεγχο από το 750 μέχρι και το 794, όταν οι κάτοικοί τους βοήθησαν τους Κινέζους κατά των Θιβετιανών.
Το 747 η ισχύς του Θιβέτ μειώθηκε με την εκστρατεία του στρατηγού Γκάο Τζιαντσί, ο οποίος προσπάθησε να επανενώσει τις διόδους της Κίνας προς το Κασμίρ και την κεντρική Ασία.
Μέχρι το 750 οι Θιβετιανοί είχαν χάσει όλες σχεδόν τις κτήσεις τους στην κεντρική Ασία, αλλά μετά την ήττα του Τζιαντσί από τους Άραβες στη μάχη του Τάλας το 751, η κινεζική επιρροή μειώθηκε δραματικά και το Θιβέτ επανήλθε ως στο προσκήνιο.

Το 821 υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης μεταξύ του Θιβέτ και της Κίνας, καθορίζοντας τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών.
Το Θιβέτ παρέμεινε έτσι μία αυτοκρατορία της κεντρικής Ασίας μέχρι και τα μέσα του 9ου αιώνα.
Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Δυναστείες , ας τις δούμε .
Δυναστείες Γιουάν και Φαγκμοντρούπα
Ο πρίγκιπας Κούντεν της Μογγολίας κατέκτησε το Θιβέτ το 1240 και ανέθεσε στον Σακία Παντίτα την αντιβασιλεία για το κεντρικό οροπέδιο, ενώ οι ανατολικές επαρχίες Καμ και Άμντο παρέμειναν κάτω από τον άμεσο έλεγχο της Μογγολίας.

Όταν ο Κουμπλάι Χαν ίδρυσε τη δυναστεία των Γιουάν το 1271, το Θιβέτ έγινε αυτόματα τμήμα της.
Μεταξύ του 1346 και του 1354, ο Τάι Σίτου Τσανγκτσούμπ Γκιαλτσέν ανέτρεψε τον Σακία και ίδρυσε τη δυναστεία των Φαγκμοντρούπα.
Τα επόμενα 80 χρόνια ιδρύθηκε η σχολή Γκελούγκπα με βάση τις αρχές του Τσονγκχάπα Λομπσάνγκ Ντράγκπα, καθώς και τα σημαντικά μοναστήρια Γκαντέν, Ντρεπούνγκ και Σέρα, κοντά στη Λάσα.
Το 1578 ο Άλταν Χαν των Μογγόλων ονόμασε τον Σόναμ Γκιατσό, έναν υψηλόβαθμο λάμα της σχολής Γκελούγκπα, ως Δαλάι Λάμα, με τον όρο «δαλάι» να προσδιορίζει στα μογγολικά το όνομα «Γκιατσό», που σημαίνει ωκεανός.
Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που έφτασαν στο Θιβέτ ήταν οι Πορτογάλοι ιεραπόστολοι Αντόνιο ντε Αντράντε και Μανουέλ Μάρκες το 1624. Ευπρόσδεκτοι από τους βασιλείς της Γκούγκε, ίδρυσαν μία εκκλησία και δίδαξαν τις χριστιανικές αρχές.
Ο βασιλιάς της Γκούγκε δέχθηκε τον χριστιανισμό ως αντίδραση στην κυριαρχία της Γκελούγκπα και για να εδραιώσει τη θέση του.

Το 1745 όμως όλοι οι ξένοι ιεραπόστολοι απελάθηκαν.
Το 1630 το Θιβέτ βρέθηκε ανάμεσα στις διαμάχες των Μαντσού και διαφόρων Μογγολικών ομάδων.
Ο Γκούσι Χαν των Κοσούντ έγινε ηγεμόνας της περιοχής και προστάτης της λεγόμενης κίτρινης εκκλησίας.

Ο Γκούσι βοήθησε τον πέμπτο Δαλάι Λάμα να καθιερωθεί ως ο ύψιστος πνευματικός και πολιτικός άρχοντας του Θιβέτ, καταστρέφοντας τους πιθανούς του αντιπάλους.
Δυναστεία των Τσινγκ
Το Άμντο πέρασε στον έλεγχο της δυναστείας των Τσινγκ το 1724, η οποία παράλληλα ενσωμάτωσε το ανατολικά Καμ στις γειτονικές κινεζικές επαρχίες.

Η κυβέρνηση της Κίνας απέστειλε έναν επίτροπο στη Λάσα, ενώ το 1751 ο αυτοκράτορας Κιανλόνγκ αναγνώρισε τον Δαλάι Λάμα ως πνευματικό και πολιτικό ηγέτη και κυβερνήτη του Θιβέτ.
Κατά τον 18ο αιώνα, το Θιβέτ δέχθηκε τις επισκέψεις Ιησουιτών και Καπουτσίνων μοναχών από την Ευρώπη, ενώ το 1774 επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Σιγκατσέ εκπρόσωπος της βρετανικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών αναζητώντας δυνατότητες εμπορικής συνεργασίας.
Η αντιμετώπιση των ξένων στο Θιβέτ άλλαξε μέσα στον 19ο αιώνα.
Η Βρετανική Αυτοκρατορία επεκτείνονταν από την Ινδία βόρεια προς τα Ιμαλάια, ενώ το εμιράτο του Αφγανιστάν και η Ρωσική Αυτοκρατορία επεκτείνονταν στην κεντρική Ασία.
Κάθε μία από τις δυνάμεις αυτές ήταν καχύποπτη ως προς τις προθέσεις των άλλων απέναντι στο Θιβέτ.
Οι Βρετανοί ξεκίνησαν το 1865 κρυφά τη χαρτογράφηση του οροπεδίου, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε και το πρώτο αγγλο-θιβετιανό λεξικό από έναν Ούγγρο επιστήμονα που έμεινε σχεδόν είκοσι χρόνια στην Ινδία προσπαθώντας να επισκεφθεί το Θιβέτ.
Το 1904 μία βρετανική αποστολή υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Φράνσις Γιανγκχάσμπαντ, μαζί με μία ισχυρή στρατιωτική συνοδεία, εισέβαλε στο Θιβέτ και έφτασε στη Λάσα.
Οι Βρετανοί είχαν τον φόβο ότι η Ρωσία επεξέτεινε την επιρροή της στην περιοχή και είχαν την ελπίδα ότι οι διαπραγματεύσεις με τον Δαλάι Λάμα θα ήταν περισσότερο γόνιμες από ό,τι με αντιπροσώπους της Κίνας.

Κατά την πορεία προς τη Λάσα όμως, ο Γιανγκχάσμπαντ αντιμετώπισε Θιβετιανούς στρατιώτες που τον εμπόδισαν, νικώντας και σκοτώνοντάς τους.
Όταν η αποστολή έφτασε στη Λάσα, ο Γιανγκχάσμπαντ επέβαλε μία συμφωνία που αργότερα διεβλήθη για να τη διαδεχθεί μία συνθήκη μεταξύ της Βρετανίας και της Κίνας το 1906.
Το 1910 η κυβέρνηση των Τσινγκ απέστειλε στρατιωτική αποστολή στο Θιβέτ για να εδραιώσει την άμεση ηγεμονία της Κίνας στην περιοχή και καθαίρεσε τον Δαλάι Λάμα με αυτοκρατορικό διάταγμα.
Ο Δαλάι Λάμα διέφυγε στη βρετανική Ινδία τον Φεβρουάριο του 1910.
Ανεξάρτητο Θιβέτ
Ο 13ος Δαλάι Λάμα επέστρεψε στο Θιβέτ από την Ινδία τον Ιούλιο του 1912 μετά την πτώση της δυναστείας των Τσινγκ και απέταξε τον τοπικό Κινέζο κυβερνήτη και τον κινεζικό στρατό.
Το 1913 διακήρυξε με διάταγμα ότι η σχέση μεταξύ του Κινέζου αυτοκράτορα και του Θιβέτ ήταν μία ενός φυσικού και ενός πνευματικού πατέρα που δεν βασίζεται στην υποταγή του ενός στον άλλον.
Η δήλωσή του ανέφερε ότι το Θιβέτ είναι ένα μικρό θρησκευτικό και ανεξάρτητο έθνος.
Για τα επόμενα 36 χρόνια το Θιβέτ απολάμβανε μία ντε φάκτοανεξαρτησία, ενώ η Κίνα πέρασε σε μία εποχή αναταράξεων, εμφύλιου πολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παράλληλα.
Ωστόσο ουδεμία χώρα, ούτε και η Κίνα, αναγνώρισε ποτέ το Θιβέτ ως ανεξάρτητο κράτος.
Το Θιβέτ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
Με την κατάληψη του Θιβέτ το 1950 και την επακόλουθη συμφωνία των δεκαεπτά σημείων, η Κίνα ως λαϊκή δημοκρατία, εδραίωσε την κυριαρχία της στην περιοχή.
Οι κινεζικές αρχές υποστηρίζουν ότι η πρόοδος στο Θιβέτ εξασφαλίζει μία αναπτυσσόμενη και ελεύθερη κοινωνία με άξονες την οικονομική ανάπτυξη, τη νομική αναβάθμιση και τη χειραφέτηση των αγροτικών πληθυσμών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν γίνονται δεκτοί από την εξόριστη κυβέρνηση του Θιβέτ, αλλά και κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η κινεζική κυβέρνηση διέπραξε γενοκτονία στο Θιβέτ, συγκρίνοντάς την με τη ναζιστική Γερμανία.
Η επίσημη γραμμή της Κίνας κατηγοριοποιεί τους Θιβετιανούς ως μία από τις 56 αναγνωρισμένες εθνικές ομάδες και μέρος του πολυεθνικού κινεζικού κράτους.
Ο Αρχαίος Δρόμος του Τσαγιού και των Αλόγων

Ο Αρχαίος Δρόμος του Τσαγιού και των Αλόγων (κινέζικα: 茶马古道 – Chama gudao, Θιβετιανά: Gyalam) είναι ένα δίκτυο από μονοπάτια που ένωνε τις παραγωγές επαρχίες τσαγιού της Κίνας με το Θιβέτ.
Αποτελεί, στην πλήρη του έκταση (με συνδέσεις σε αυτόν και διαδρομών προς άλλες περιοχές της νότιας Ασίας), μέρος του νοτιοδυτικού κομματιού του Δρόμου του μεταξιού.
Το εμπόριο μεταξύ των δύο πλευρών αφορούσε την ανταλλαγή πλακών μαύρου τσαγιού, που η κατανάλωσή του ήταν μεγάλη στα μοναστήρια του Θιβέτ, με αλάτι αλλά και ντόπια άλογα του Θιβέτ, απαραίτητα στον στρατό της Κίνας, που είχε να αντιμετωπίσει τις επεκτατικές βλέψεις των Μογγόλων.
Η δημιουργία του δρόμου θεωρείται πως έγινε την εποχή της δυναστείας Τανγκ (7ος αιώνας).
Ξεκινούσε από δύο διαφορετικές περιοχές της Κίνας.
Η βόρεια περιοχή βρισκόταν στην επαρχία Σετσουάν, δυτικά από τα όρη Ντάσουε, μια περιοχή που διασχίζουν παραπόταμοι του Γιανγκτσέ.
Η νοτιότερη βρισκόταν στην επαρχία Γιουνάν, στις φυτείες του ποταμού Μεκόνγκ, νότια των βουνών Χενγκτουάν, τα οποία διέσχιζαν τα μονοπάτια από το Γιουνάν για να φτάσουν στην περιοχή του οροπεδίου Τσινγκχάι.

Κεντρικές πόλεις του εμπορίου ήταν η Γιαάν στην επαρχία Σετσουάν, η Καντίν, από την οποία ξεκινούσαν δύο κύριες διαδρομές προς το Θιβέτ, η βόρεια και η νότια, και η Λάσα στο Θιβέτ.
Από την Γιαάν ως την Καντίν η διαδρομή γινόταν με αχθοφόρους, ενώ από την Καντίν και μετά χρησιμοποιούνταν υποζύγια.
Σημαντικές πόλεις στην περιοχή του Γιουνάν ήταν η πόλεις Κουνμίν και το Σιμάο, από την οποία περνούσαν και οι δρόμοι προς το Βιετνάμ και το Λάος.
Εκτός από το τσάι, τα εμπορεύματα από την Κίνα περιελάμβαναν μεταξωτά, κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα.
Το Θιβέτ εκτός από άλογα και αλάτι εμπορεύονταν επίσης κτηνοτροφικά προϊόντα.

Η ανταλλαγή τσαγιού με άλογα, πάντως, ήταν η σημαντικότερη εμπορική συναλλαγή τα χρόνια της δυναστείας των Μινγκ μέχρι τα μέσα της δυναστείας των Κινγκ (18ο αιώνα).
Μετά την άνοδο του Μάο στην εξουσία, κατασκευάστηκαν αυτοκινητόδρομοι, που έδωσαν τέλος στον παραδοσιακό τρόπο μεταφοράς των προϊόντων.
Δρόμος του τσαγιού και των αλόγων
Το δίκτυο του Δρόμου του Τσαγιού και των Αλόγων μπορεί να χωριστεί σε δύο κύρια κομμάτια, τα οποία με τη σειρά τους χωρίζονται σε μικρότερες διαδρομές.
Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο από αυτά ήταν το κομμάτι μεταξύ της επαρχίας Γιουνάν και του Θιβέτ.
Το δεύτερο είναι το κομμάτι μεταξύ της επαρχίας Σετσουάν και Θιβέτ.
Ένα τρίτο κομμάτι, μικρότερης σημασίας από τα άλλα δύο, είναι αυτό που ένωνε την επαρχία Τσινγκάι με το Θιβέτ.
Μέσα στο Θιβέτ υπήρχαν επίσης διάφορες διαδρομές από τις οποίες περνούσαν τα καραβάνια για να εξασφαλίσουν το τσάι στα διάφορα μοναστήρια.
Τέλος, διάφορες άλλες διαδρομές για την μεταφορά του τσαγιού υπήρχαν και προς άλλες γειτονικές χώρες, που συνδέονταν στο νότιο τμήμα της διαδρομής Γιουνάν-Θιβέτ, όπως η Βιρμανία (σημερινή Μιανμάρ), το Λάος, το Βιετνάμ και την Ινδία.
Γιουνάν – Θιβέτ
Η πιο μεγάλη διαδρομή από τις οποίες γινόταν η μεταφορά του τσαγιού ξεκινούσε από την επαρχία Γιουνάν, στην νοτιοανατολική πλευρά του Θιβέτ.

Δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της δυναστείας των Τανγκ.
Από το Γιουνάν προέρχεται και η ποικιλία μαύρου τσαγιού Πουέρ, το οποίο είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στα μοναστήρια του Θιβέτ.
Η διαδρομή αυτή μπορεί να χωριστεί σε πολλές μικρότερες διαδρομές, που ακολουθούσαν τον ρου των ποταμών Μεκόνγκ και Σαλγουίν, με κατεύθυνση προς το Θιβέτ, μέσα από τα όρη Χενγκντουάν.

Η περιοχή του φαραγγιού Tiger Leaping
Από το νότιο τμήμα της διαδρομής αυτής ξεκινούσαν επίσης και οι δρόμοι που μετέφεραν τσάι στις άλλες γειτονικές χώρες.

Αυτές μπορούν να χωριστούν σε τρία επιμέρους κομμάτια: α) την διαδρομή από το Γιουνάν προς την Ινδία και την Βιρμανία (σύνδεση με αυτή την διαδρομή υπήρχε και από την επαρχία Σετσουάν, μέσω της πόλης Κουνμίν), β) τη διαδρομή από Γιουνάν προς Βιετνάμ και γ) την διαδρομή προς Λάος, Ταϊλάνδη και Καμπότζη.
Κεντρική πόλη όλων σχεδόν των μικρότερων διαδρομών ήταν η πόλη Πουέρ στην Σισουανγκμπάνα. Σημαντική πόλη στην ίδια περιοχή ήταν επίσης το Σιμάο, όπου περνούσαν τα καραβάνια προς τον Νότο.
Βορειότερα σημαντικός σταθμός ήταν η πόλη Νταλί, η οποία την περίοδο πριν την έλευση της Δυναστείας Γιουάν ήταν πρωτεύουσα του ομώνυμου βασιλείου.

Η πόλη συνδεόταν με δρόμο με το Κουνμίν (και μέσω αυτού με την επαρχία Σετσουάν και την υπόλοιπη Κίνα) και δυτικά προς το Τενγκτσόνγκ (που συνέχιζε για τον δρόμο προς την Βιρμανία και την Ινδία).
Προς το βορρά (με κατεύθυνση το Θιβέτ) ο δρόμος συνέχιζε από το Ντάλι προς την εμπορική πόλη Τσιανχουάν και στη συνέχεια προς την παλιά πόλη Λιγιάνγκ, ένα σημαντικό κέντρο διάφορων τοπικών πολιτισμών.
Καθώς ο κύριος δρόμος προχωρούσε βόρεια, διέσχιζε τον ρου του ποταμού Γιανγκτσέ και έμπαινε σε μερικά απότομα μονοπάτια, όπως στο Φαράγγι Χουτιάο Ξία (Hutiao Xia) (“Tiger Leaping Gorge” – το πήδημα της Τίγρης) όπου υπήρχε μια στενή διαδρομή 14 χιλιομέτρων πάνω από γκρεμούς 2.000 μέτρων, φτάνοντας στην σημερινή πόλη Σάνγκρι-λα (παλαιότερα Ζονγκντιάν) και την μικρή κωμόπολη Ντεκίν.
Από εκεί η διαδρομή συνέχιζε προς την πόλη του Θιβέτ Μαρμάκ.

Στην τελευταία τα καραβάνια από το Γιουνάν συναντούσαν αυτά από το Σετσουάν και συνέχιζαν τη διαδρομή τους προς τη Λάσα.
Μια δεύτερη διαδρομή προς το Θιβέτ ακολουθούσε παράλληλα τον ποταμό Σαλγουίν.
Ένα μεγάλο μέρος αυτής της διαδρομής από το Γιουνάν προς το Θιβέτ, σήμερα, καλύπτεται από τον αυτοκινητόδρομο 214.
Σετσουάν – Θιβέτ
Αχθοφόροι μεταφέρουν τσάι στην περιοχή του Σετσουάν. (1908)
Η δεύτερη κύρια διαδρομή είναι αυτή μεταξύ Σετσουάν – Θιβέτ.

Η διαδρομή αυτή δημιουργήθηκε την περίοδο της δυναστείας των Μινγκ, και σύντομα απέκτησε μεγάλη σημασία στο εμπόριο του τσαγιού.

Πριν από αυτή το εμπόριο από την επαρχία Σετσουάν εξυπηρετούταν από τον δρόμο Τάνγκμπο .
Το Σετσουάν, άλλωστε, είχε όπως και το Γιουνάν μεγάλη παράδοση στην παραγωγή τσαγιού, ήδη από την εποχή των Χαν, ενώ είναι η περιοχή όπου παράγεται η ποικιλία Yacha.

Η διαδρομή χωρίζεται σε μικρότερα κομμάτια, αλλά λιγότερα σε σχέση με αυτή από το Γιουνάν προς το Θιβέτ.
Σύμφωνα με έρευνες, η διαδρομή αυτή είναι περίπου 2350 χιλιόμετρα μακριά, με πενήντα έξι ενδιάμεσα στάδια. Έχει πενήντα ένα διαβάσεις ποταμών, με δεκαπέντε γέφυρες από σχοινί, δέκα σιδερένιες γέφυρες και περνά μέσα από εβδομήντα οκτώ υψώματα με πάνω από 3000 μέτρα ύψος.
Όλα αυτά την καθιστούν από τις πιο δύσκολες διαδρομές στον κόσμο.
Στο πρώτο μέρος της διαδρομής, οι μεταφορές γίνονταν με αχθοφόρους.

Σημείο έναρξης ήταν η πόλη Γιάαν.

Από εκεί αχθοφόροι μετέφεραν το τσάι μέχρι την πόλη Καντίν, όπου στην συνέχεια αναλάμβαναν την μεταφορά καραβάνια με υποζύγια. Η διαδρομή από Γιαάν μέχρι Καντίν χωρίζεται σε 2 δρόμους, τον «Μεγάλο Δρόμο του Τσαγιού» (νότια) και τον «Μικρό Δρόμο του Τσαγιού» (βόρεια).
Οι δύο αυτοί δρόμοι ενώνονταν λίγο πριν την Καντίν, στην πόλη Λουντίνγκ και συνέχιζαν για λίγα χιλιόμετρα ακόμα μέχρι την πρώτη.
Από την Καντίν ξεκινούν δύο νέες μεγάλες διαδρομές, η βόρεια και η νότια.
Για την δημιουργία των δύο αυτών δρόμων, ευθύνεται σε ένα βαθμό και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο Σετσουάν και την Γιουνάν για την επικράτηση στο εμπόριο του τσαγιού.
Στην νότια διαδρομή συναντώνται και οι διάφοροι δρόμοι της διαδρομής από την Γιουνάν.
Σημαντικά κέντρα της νότιας διαδρομής ήταν η Γιατζιάνγκ, η Λιτάνγκ, η Μπατάνγκ, το Μαρκάμ, η Τζιάνγκα και η Ντραγκγιάμπ.

Σημαντικές πόλεις της βόρειας διαδρομής ήταν η Κιαννίνκγ, η Νταοφού, το Λουχουό, η Γκαρζέ και η Ντεγκέ. Σύνδεση των δύο αυτών δρόμων υπήρχε στην πόλη Τσαμντό.

Οι δρόμοι συνέχιζαν δυτικά προς την Λάσα, ακλουθώντας διάφορες διαδρομές.

Από αυτές, η πρόσβαση σε μια κεντρική διαδρομή μέσα από τα όρη Νιεντσέν Τάνγκλα, η οποία θεωρείται και η πιο επικίνδυνη, είναι σήμερα απαγορευμένη για τους ταξιδιώτες.
Το μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων καλύπτεται από τον αυτοκινητόδρομο 318.
Από την Λάσα νέοι δρόμοι συνέχιζαν προς την Ινδία, καθιστώντας την ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο.
Τσινγκάι – Θιβέτ
Μια τρίτη διαδρομή υπήρχε μεταξύ του Θιβέτ και της επαρχίας Τσινγκάι, η οποία βρίσκεται βόρεια του πρώτου. Η διαδρομή αυτή είναι παλαιότερη των άλλων δύο και προϋπήρχε του εμπορίου. Είναι γνωστή με το όνομα «Αρχαίος δρόμος Τάνγκμπο» και σύμφωνα με την παράδοση ήταν η διαδρομή που ακολούθησε η πριγκίπισσα Γουέντσενγκ, της δυναστείας Τανγκ, προς το Θιβέτ, για τους γάμους της με τον βασιλιά του Θιβέτ Σόνγκτσεν Γκάμπο.
Ένα μεγάλο μέρος κατασκευών και βελτιώσεων στον δρόμο αυτό δημιουργήθηκε εκείνη την εποχή, αν και ο δρόμος θεωρείται πως ξεκίνησε την περίοδο των Χαν.]
Αρχικά επρόκειτο για μια διαδρομή με πολιτική κυρίως σημασία, καθώς ένωνε την κεντρική Κίνα με το Θιβέτ, αλλά μετά την έναρξη του εμπορίου τσαγιού μετατράπηκε σε εμπορικό δρόμο, ενώ κατά μήκος του δημιουργήθηκαν πολλοί σταθμοί.

Τις περιόδους των Τανγκ και Σονγκ ήταν κύριος δρόμος για την μεταφορά των αγαθών από το Θιβέτ προς την Κεντρική Κίνα.
Ο δρόμος αυτός ξεκινά από τη Λάσα και μέσα από το οροπέδιο Τσινγκάι-Θιβέτ και το δυτικό Σετσουάν προχωρά βόρεια προς την κεντρική Κίνα.
Σήμερα οι μεταφορές εξυπηρετούνται από τον αυτοκινητόδρομο 317 (Σετσουάν-Θιβέτ), ενώ το 1984 ολοκληρώθηκε και η σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει την επαρχία Τσινγκάι με το Θιβέτ, η γραμμή Τσινγκζάνγκ.

tibet_map

 

Ιστορία του Δρόμου του Τσαγιού και των Αλόγων
Η Ιστορία του Δρόμου του Τσαγιού και των Αλόγων έχει τις ρίζες της στην εποχή της Δυναστείας των Τανγκ, όταν ξεκίνησαν και οι πρώτες συναλλαγές τσαγιού με το Θιβέτ.

Οι πρώτες οργανωμένες προσπάθειες για την δημιουργία και την ανάπτυξη ενός σταθερού εμπορικού δικτύου έγιναν, όμως, επί της Δυναστείας των Σονγκ.
Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε και η αυξημένη ζήτηση της Κίνας για άλογα του Θιβέτ, καθώς είχε να αντιμετωπίσει τις επεκτατικές βλέψεις των Μογγόλων.

Ο Δρόμος συνέχισε την ανάπτυξή του, με την μορφή των καραβανιών, μέχρι και την εποχή που στη Κίνα εγκαταστάθηκε η Δημοκρατία.

Τη μεγαλύτερη ανάπτυξή του γνώρισε κατά την περίοδο της Δυναστείας των Μινγκ.

Η σημασία του δρόμου στο εμπόριο ανάμεσα σε όλες αυτές της περιοχές φαίνεται και από τα προσωνύμιά του, ως «Ο δρόμος του μεταξιού της νοτιοδυτικής Κίνας» ή «νοτιοδυτικός δρόμος του μεταξιού».
Οι πρώτες συναλλαγές
Χαρακτηριστικό της ανάδειξης του τσαγιού την περίοδο των Τανγκ σε ένα δημοφιλές ρόφημα, υπήρξε και η συγγραφή των πρώτων μονογραφιών γύρω από το τσάι (γνωστές ως Κλασικά του Τσαγιού).

Το πρώτο από αυτά τα συγγράμματα είναι το έργο του Lu Wu, Chájīng (茶經, 760-780μΧ)
Οι πρώτες συναλλαγές τσαγιού ανάμεσα στην Κίνα και το Θιβέτ τοποθετούνται την περίοδο της Δυναστείας Τανγκ (618-907), κατά την οποία το εμπόριο στην Κίνα γνώριζε μεγάλη άνθηση.

Μάλιστα, την περίοδο εκείνη, ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώριζε και ο Δρόμος του Μεταξιού, μετά την επανέναρξη των συναλλαγών μεταξιού με τη Δύση το 639], ενώ στην περιοχή της Κίνας είχαν εγκατασταθεί πολλοί ξένοι έμποροι. Παρά την αύξηση, η Κίνα πια δεν είχε πια το μονοπώλιο στο εμπόριο του μεταξιού όπως τα παλαιότερα χρόνια καθώς ήδη, από την εποχή του Ιουστινιανού του Μέγα, η τέχνη του μεταξιού είχε περάσει στην Δύση (περίπου την ίδια περίοδο έγινε γνωστή και στον Αραβικό κόσμο), ενώ και ανατολικά της Κίνας είχε γίνει ήδη γνωστός ο τρόπος παραγωγής του (περίπου 200 χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι στη Δύση).
Έτσι, η αυλή των Τανγκ είδε θετικά την νέα αυτή εμπορική δραστηριότητα με το Θιβέτ.
Οι Τανγκ ανακάλυψαν πως μπορούσαν να επιτύχουν περισσότερα κέρδη αν έλεγχαν την παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, εισπράττοντας έμμεσα φόρους μέσω των εμπόρων που διέθεταν αυτά τα προϊόντα, ακόμα και από περιοχές στις οποίες η κεντρική εξουσία είχε μικρότερο έλεγχο.
Η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε αρχικά στο εμπόριο αλατιού, με την αρμόδια επιτροπή που χορηγούσε άδειες για το εμπόριο του να αποκτά τεράστια δύναμη, αλλά σύντομα επεκτάθηκε και σε άλλα προϊόντα, ανάμεσά τους και το τσάι.

Επιπρόσθετα, μετά την εξέγερση του Αν Λουσάν (755-763), οι Τανγκ σταμάτησαν την ασφυκτική επιτήρηση της λειτουργίας των αγορών στις μακρινές πόλεις, με συνέπεια να δοθεί μεγαλύτερη ώθηση στο εμπόριο.

Ιδιαίτερα στον γεωργικό νότο, ένα κύμα εσωτερικής μετανάστευσης από τον βορρά οδήγησε σε μια νέα οικονομική ευημερία της περιοχής.

Ο Σονγκτσέν Γκάμπο με τις συζύγους του Γουεντσένγκ και Μπρικούτι.
Σύμφωνα με την παράδοση, το εμπόριο τσαγιού με το Θιβέτ ξεκίνησε όταν η πριγκίπισσα Γουεντσένγκ, ανιψιά του αυτοκράτορα Ταϊζόνγκ των Τανγκ, παντρεύτηκε το 641 τον Θιβετιανό βασιλιά Σονγκτσέν Γκάμπο, τον 33ο βασιλιά της Δυναστείας Γιαρλούνγκ του Θιβέτ και ιδρυτή της Θιβετιανής Αυτοκρατορίας, ως μέρος της συμφωνίας για ειρήνη μεταξύ των δύο περιοχών.
Η Γουεντσένγκ, εξάλλου, μαζί με την άλλη σύζυγο του Σονγκτσέν Γκάμπο, την πριγκίπισσα του Νεπάλ Μπρικούτι, θεωρούνται πως ήταν οι πρώτες που έφεραν την θρησκεία του Βουδισμού στο Θιβέτ, αν και μερικοί υποστηρίζουν πως δεν υπάρχουν θιβετιανές πηγές που να επιβεβαιώνουν πως η Γουεντσένγκ έφερε μαζί την κουλτούρα της Κίνας στο Θιβέτ.
Την περίοδο των Τανγκ το τσάι άρχισε να διαδίδεται ανάμεσα στην αριστοκρατία του Θιβέτ.
Ο Γκάμπο παράλληλα είχε ξεκινήσει διπλωματικές σχέσεις με τις φυλές στο Γιουνάν, που αργότερα αποτέλεσαν το βασίλειο του Νανζχάο
Σύμφωνα με το βιβλίο της εποχής των Τανγκ «Manshu» του Fan Chuo (樊綽), οι κάτοικοι της περιοχής εκεί χρησιμοποιούσαν ήδη το τσάι, οπότε είναι πιθανόν να υπήρχαν ήδη συναλλαγές με τσάι πριν την έλευση της πριγκίπισσας Γουεντσένγκ.
Την περίοδο αυτή ο δρόμος ήταν γνωστός με την ονομασία «Δρόμος Τσαγιού – Αλόγων», στα Κινέζικα «Chamadao». Αργότερα προστέθηκε ο προσδιορισμός «Αρχαίος» (gu-), μετατρέποντας έτσι το όνομα σε «Chama gudao».
Ο Δρόμος κατά την περίοδο των δυναστειών Σονγκ και Γιουάν
H απόκτηση αλόγων από την ενδότερη Ασία με αντάλλαγμα κινεζικό τσάι ήταν πρόταση και του κινέζου οικονομολόγου Wang Anshi (1021 – 1086), πού έζησε την περίοδο της Δυναστείας Σονγκ (960 – 1279), και που είχε συνειδητοποιήσει πως η Κίνα δεν είχε την δυνατότητα να παράγει ικανά άλογα για τους στρατιωτικούς της σκοπούς.
Η κατάσταση στα βόρεια σύνορα της Κίνας, η οποία είχε χάσει κάθε έλεγχο της περιοχής κάνοντας το εμπόριο εκεί αδύνατο, οδήγησε τους Σονγκ στο να στρέψουν την προσοχή τους στην νοτιοδυτική περιοχή της Κίνας.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσουν οι πρώτες προσπάθειες οργανωμένης ανάπτυξης του εμπορικού Δρόμου του Τσαγιού και των Αλόγων.
Παρά τα προβλήματα, όπως και η δυναστεία των Τανγκ, οι Σονγκ κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ισχυρή και ιδιαίτερα πρωτοποριακή για την εποχή οικονομία. Μεταξύ πολλών άλλων δραστηριοτήτων, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν και στη γεωργία.
Η παραγωγή τσαγιού αυξήθηκε και τριπλασιάστηκε σε σχέση με την περίοδο των Τανγκ, με τις φυτείες να είναι μοιρασμένες σε 66 νομούς και 244 επαρχίες.
Παράλληλα, η ζήτηση τσαγιού από το Θιβέτ είχε αυξηθεί, καθώς είχε πια γίνει ένα κύριο συστατικό του καθημερινού διαιτολογίου των Θιβετιανών.
Υπολογίζεται πως την περίοδο εκείνη η ετήσια ποσότητα αλόγων που πωλούνταν από το Θιβέτ ξεπερνούσε τα 20.000 ενώ η ποσότητα τσαγιού μόνο από το Σετσουάν προς το Θιβέτ ξεπερνούσε τα 15.000.000 κιλά.
Για την προστασία των εμπορικών καραβανιών από τις επιδρομές τοπικών φυλών ξεκίνησαν την δημιουργία φυλακίων, ενώ εγκατέστησαν και μια υπηρεσία (Chanasi – Υπηρεσία Τσαγιού και Αλόγων) γύρω στο 1074, για τον έλεγχο του εμπορίου.
Ανάλογη σημασία έδωσαν και οι ηγέτες της Δυναστείας Γιουάν.
Την περίοδο αυτή τον έλεγχο του εμπορίου ανέλαβε το Xifanchatijusi, ένα νέο γραφείο επιφορτισμένο για το εμπόριο τσαγιού με άλογα.
Ξεκίνησαν τότε εργασίες βελτίωσης των δρόμων και δημιουργήθηκαν νέοι εμπορικοί σταθμοί.
Αν και τα πρώτα χρόνια το εμπόριο γινόταν μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο κρατών, σιγά-σιγά άρχισε να περνά στα χέρια ιδιωτών.
Την μεγαλύτερή του ανάπτυξη πάντως γνώρισε την περίοδο που στην εξουσία της Κίνας βρισκόταν η Δυναστεία των Μινγκ.
Το εμπόριο την εποχή της Δυναστείας Μινγκ
Οι Μινγκ είδαν πως θα μπορούσαν να επωφεληθούν και πολιτικά από την όλη κατάσταση, αυξάνοντας την εξουσία τους στο Θιβέτ, ελέγχοντας τον Δρόμο.
Για τον σκοπό αυτό αποφάσισαν να συνεχίσουν τα έργα ανάπτυξής του που είχαν ξεκινήσει από τους Γιουάν.
Λίγο μετά την επίσκεψη του Ντεσίν Σέκπα.
Ο αυτοκράτορας Γιόνκλ διέταξε την δημιουργία ενός δρόμου με ενδιάμεσους εμπορικούς σταθμούς στον άνω ρου των ποταμών Γιανγκτσέ και Μεκόνγκ, με σκοπό την διευκόλυνση των συναλλαγών με το Θιβέτ σε τσάι, άλογα και αλάτι.
Η εμπορική αυτή διαδρομή διέσχιζε κατά μήκος το Σετσουάν (Ανατολικά του Θιβέτ) ενώ περνούσε μέσα από την επαρχία Σάνγκρι-Λα στο Γιουνάν (Νοτιοανατολικά του Θιβέτ).
Οι Wang και Nyima ισχυρίζονται ότι αυτού του είδους το εμπόριο – καθώς χορηγούσαν επίσημες άδειες σε Θιβετιανούς απεσταλμένους και θιβετιανούς εμπόρους για την συναλλαγή τους με Κινέζους Εμπόρους του Χάνου- «ενίσχυσε την εξουσία της αυλής των Μινγκ πάνω στο Θιβέτ».
Η δυναστεία Μινγκ επέβαλε ένα μονοπώλιο στην παραγωγή τσαγιού και επιδίωξε να ρυθμίσει τις συναλλαγές μέσω αγορών υπό κρατική εποπτεία.
Η όλη της προσπάθεια κατέρρευσε το 1449 εξαιτίας στρατιωτικών αποτυχιών και πιέσεων, οικολογικών και εμπορικών, από τις περιοχές που παρήγαγαν το τσάι.
Ο Van Praag αναφέρει πως εγκαθιδρύθηκαν από τους Μινγκ διπλωματικές αντιπροσωπίες στο Θιβέτ σε μια προσπάθεια από την πλευρά της αυτοκρατορικής αυλής να εξασφαλίσει άμεσα τα απαραίτητα άλογα.
Αντίθετα, οι Wang και Nyima θεωρούν πως αυτές δεν λειτουργούσαν ως διπλωματικές αντιπροσωπίες, ότι οι περιοχές του Θιβέτ κυβερνούνταν από τους Μινγκ από την εποχή που Θιβετιανοί ηγέτες είχαν λάβει θέσεις ως αξιωματούχοι των Μινγκ, πως τα άλογα συλλέγονταν σαν ένα είδος φόρου υποτέλειας και για τον λόγο αυτό είχε την μορφή «μιας επιχείρησης εσωτερικών υποθέσεων, και όχι εξωτερικής διπλωματίας».
Οι Μινγκ αγόραζαν άλογα από την περιοχή Kham, την ώρα που μάχονταν με Θιβετιανές φυλές στο Amdo ενώ υποδέχονταν Θιβετιανούς απεσταλμένους στην πρωτεύουσα Ναντζίνγκ.
Οι αποστολές Θιβετιανών Λάμα (υψηλόβαθμων ιεροδιδασκάλων) στην αυλή των Μινγκ είχαν σαν σκοπό την προώθηση του εμπορίου μεταξύ αυτών και των Κινέζων εμπόρων και υπαλλήλων.
Ενώ οι Μινγκ προωθούσαν μια πολιτική πιο ελεύθερου εμπορίου με το Θιβέτ και προσπαθούσαν να περιορίσουν τον αριθμό των ακολούθων, το Θιβέτ από την μεριά του προσπαθούσε να διατηρηθεί μια πιο κλειστή εμπορική σχέση με την χρήση αδειών, καθώς η αυτοκρατορική προστασία προσέδιδε σε αυτούς πλούτο και εξουσία.
Ο Laird αναφέρει πως οι Θιβετιανοί αναζητούσαν συνεχώς προσκλήσεις για την αυλή των Μινγκ, καθώς τα δώρα που λάμβαναν στις αποστολές τους ήταν πλούσια.
Ο Tsai αναφέρει χαρακτηριστικά τα πλούσια δώρα του Γιονγκλ στους γειτονικούς υποτελείς λαούς του Θιβέτ και του Νεπάλ, για την διατήρηση του κύρους του.
Η Υπηρεσία Πληροφοριών του Κρατικού Συμβουλίου της ΛΔΚ απαριθμεί ένα πλήθος από δώρα από το Θιβέτ, μεταξύ των οποίων βόδια, καμήλες, πρόβατα, προϊόντα γούνας, ιατρικά βότανα, βαμμένους κυλίνδρους (τάνγκα – Thangkas) και άλλα προϊόντα μικρών βιοτεχνιών, ενώ οι Μινγκ τα αντάλλασαν με χρυσό, ασήμι, σατέν και μπροκάρ ενδύματα, υφάσματα, σπόρους και με φύλλα τσαγιού.
Τα εργαστήρια μεταξιού της εποχής προμήθευαν επίσης με μετάξι την αγορά του Θιβέτ, ενώ τεχνίτες δημιουργούσαν αγάλματα του Βούδα.
Ενώ η δυναστεία των Μινγκ εμπορευόταν άλογα με το Θιβέτ προχώρησε σε μια πολιτική απαγόρευσης των εμπορικών σχέσεων με τον Βορρά, με σκοπό την τιμωρία των Μογγόλων, που προχωρούσαν σε επιδρομές κατά της αυτοκρατορίας.
Η επικράτηση όμως του Άλταν Χαν επί των συγγενών του στην ηγεσία των Μογγόλων και η ειρήνη που σύναψε με τους Μινγκ το 1573, οδήγησε στην ενεργοποίηση ξανά του εμπορίου με τον Βορρά, προμηθεύοντας με ένα νέο είδους αλόγων την Κίνα.
Περίοδοι της Δυναστείας των Κινγκ και της Δημοκρατίας της Κίνας
Και την περίοδο των Κινγκ η ανάπτυξη του δρόμου συνεχίστηκε.
Οι νέοι ηγέτες της Κίνας δεν ενδιαφέρονταν πια για τα άλογα του Θιβέτ (το εμπόριο τους τελείωσε το 1735), αλλά η ζήτηση τσαγιού από το δεύτερο ήταν τεράστια. Μετά από πρόταση του 5ου Δαλάι Λάμα, δημιουργήθηκε το 1661 μια νέα αγορά στο Μπεϊσένγκ (το σημερινό Γιονγκ-σενγκ του Γιουνάν), κάτι που οδήγησε σε νέα αύξηση της κίνησης της αγοράς του τσαγιού από την περιοχή αυτή.
Υπολογίζεται ότι ένα χρόνο μετά, 1.500.000 κιλά τσαγιού στάλθηκαν από την περιοχή στο Θιβέτ.
Την εποχή των Κινγκ οι υπηρεσίες για τον έλεγχο του εμπορίου μετονομάστηκαν σε “Tang”.

Οι δρόμοι του Λέντο και της Μπούρμας
Την περίοδο αυτή εμφανίζονται σε επίσημες καταγραφές για το εμπόριο τσαγιού και οι πρώτες γραπτές αναφορές για τα περίφημα «6 μεγάλα βουνά του τσαγιού» (liuda chashan), τα οποία βρίσκονταν βορειοανατολικά του Μενγκόγκ (αργότερα υπάρχουν αναφορές και για άλλα 6 διάσημα βουνά του τσαγιού, νοτιοδυτικά του ποταμού).
Η ποιότητα του τσαγιού σε αυτές τις περιοχές θεωρούταν πως ήταν η καλύτερη.

Προς το τέλος της δυναστείας των Κινγκ και τις αρχές της Δημοκρατίας της Κίνας, η παραγωγή από την περιοχή αυτή ήταν μειωμένη, εξαιτίας διαφόρων λόγων.
Η Κυβέρνηση της Κίνας τότε αποφάσισε την αναγνώριση με τον χαρακτηρισμό αυτό 6 νέων περιοχών, στις οποίες η παραγωγή τσαγιού ήταν μεγάλη, αλλά ανάμεσα τους εξακολουθούσε να παραμένει το βουνό Γιούλε, το οποίο ανήκε και στον αρχικό κατάλογο.
Η πτώση της δυναστείας των Κινγκ και η έλευση της Δημοκρατίας της Κίνας απελευθέρωσε το εμπόριο τσαγιού.
Οι μεταφορείς τσαγιού αυξήθηκαν ενώ μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αποτελούσε την μεγαλύτερη εμπορική δραστηριότητα στην νοτιοδυτική περιοχή της Κίνας.
Την περίοδο αυτού του πολέμου, ο Δρόμος ήταν η μόνη μεταφορική οδός της Κίνας στην νοτιοδυτική πλευρά της η οποία λειτουργούσε κανονικά, ενώ μεγάλες ποσότητες διεθνής βοήθειας από την Ινδία μετακινούνταν μέσω των καραβανιών του κατά την διάρκεια του δεύτερου Σινο-Ιαπωνικού πολέμου.
Σε αυτό συνέβαλε η εισβολή των Ιαπώνων στη Βιρμανία και το κλείσιμο του «Δρόμου της Μπούρμας» το 1942.
Αυτό οδήγησε τους συμμάχους στο να αρχίσουν την κατασκευή του «Δρόμου του Λέντο», ένα επίπονο έργο που ολοκληρώθηκε τελικά το 1945.
Αν και η σύνδεση των δύο αυτών δρόμων είχε τελικά αρνητικές επιρροές για τον παραδοσιακό τρόπο μεταφορών, μέχρι την παράδοση της Ιαπωνίας το εμπόριο με τα καραβάνια γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων της περιοχής, 8.000 μουλάρια και 20.000 γιακ χρησιμοποιούνταν για τις μεταφορές προμηθειών για τον στρατό, μέσα από τα μονοπάτια του αρχαίου δρόμου του τσαγιού.
Λίγο μετά την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (1949), το 1957, δημιουργήθηκαν νέοι οδικοί άξονες μεταξύ Γιουνάν – Θιβέτ και του Ζονγκ – Ξιάνγκ. Η μεταφορά πια των προϊόντων από και προς το Θιβέτ γινόταν με μηχανοκίνητα μέσα και τα παραδοσιακά καραβάνια σταμάτησαν να υφίστανται, ολοκληρώνοντας μια παράδοση περισσοτέρων των χιλίων ετών.
Η ζήτηση τσαγιού από το Θιβέτ παραμένει και σήμερα μεγάλη, καθώς η χρήση του είναι μέρος της καθημερινής ζωής των ανθρώπων του, αλλά και μέρος των εθίμων των μοναστηριών της περιοχής, στα οποία συνηθίζεται η καθημερινή προσφορά μαύρου τσαγιού με γάλα στους επισκέπτες τους.

Κάπου εδώ ολοκληρώθηκε η Ιστορική ταξιδιωτική πρώτη Εμπειρία μας για το Θιβέτ
Συντακτική Ομάδα Faretra

Σημείωση. Πληροφορίες και πηγές από Έγκριτα Ιστορικά Αρχεία .

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: