«Το ναυάγιο της Μέδουσας» Θεόδωρος Ζερικώ (Jean-Louis-Theodore Gericault).

The Raft of the "Medusa". Painting after a then well-known catastrophe in which survivors of the ship Medusa drifted across the sea for 27 days. Oil on canvas (1819) 491 x 716 cm - RF 4884

Το «ήταν ένα μικρό καράβι» είναι ένα από τα πιο γνωστά παιδικά τραγούδια που εδώ και δεκάδες χρόνια μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Είναι ένα παιχνιδιάρικο τραγούδι, καθώς στη στροφή: «και τότε ρίξαμε τον κλήρο να δούμε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί» τα παιδιά μπορούν στη συνέχεια του να προσθέσουν όποιο όνομα θέλουν, λέγοντας «κι ο κλήρος πέφτει στον/στην…». Το αυθεντικό τραγούδι είναι γαλλικό και έχει τίτλο «il etait un petit navire». Η αληθινή ιστορία στην οποία βασίζεται δεν είναι παιδική, αλλά δυσάρεστη και μακάβρια. Ποιο ήταν το «μικρό καράβι;»

Γαλλία Ιούνιος του 1816. Μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων αποπλέουν τέσσερα πλοία  για την Σενεγάλη για να επανιδρυθεί η γαλλική αποικία στην Αφρική. Στα πλοία επιβαίνουν 365 άνθρωποι.

Το ιστιοφόρο «Μέδουσα» μεταφέρει τον Γάλλο κυβερνήτη Ζιλιάν Σματς ο οποίος προορίζεται να παραλάβει την αποικία από τους Βρετανούς και 149 ψυχές.  Ο Ίγκ Ντιρουά ντε Σομερύ είναι ο καπετάνιος του πλοίου που έχει 25 χρόνια να ταξιδέψει. Στις 2 Ιουλίου ρίχνει το πλοίο στα ρηχα έξω από τις ακτές της Σαχάρας. Μέσα στον πανικό, ο καπετάνιος και ο μέλλων κυβερνήτης σπεύδουν να σωθούν, παίρνοντας μία βάρκα και εγκαταλείποντας τους άλλους σε τέσσερις βάρκες και μία σχεδία με ελάχιστα τρόφιμα και νερό. Ούτε δύο λεύγες από την φρεγάτα ο υποπλοίαρχος κόβει το σχοινί που συγκρατεί τη σχεδία σε μία βάρκα και η σχεδία μένει ακυβέρνητη πλέοντας επί 15 ημέρες αβοήθητη στα κύματα. Κατά την διάρκεια αυτών των ημερών σημειώνονται βίαια περιστατικά αγριότητας και εξαθλίωσης, ψυχωτικές παραισθήσεις, φόνοι και κανιβαλισμός. Την εντοπίζει το πλοίο «Αργώ», συνοδό σκάφος του «Μέδουσα» στις 17 Ιουλίου. 10 άνθρωποι είναι αυτοί που διασώθηκαν και βγήκαν στην στεριά.

 

Εμπνευσμένος και συγκλονισμένος  από το ναυάγιο της Μέδουσας ο εικοσιοκτάχρονος Ζερικώ αποφάσισε να απεικονίσει την τραγωδία πιστά ζωγραφίζοντας ένα τεράστιο πίνακα διαστάσεων 4,91 χ 7,16 μέτρων δεδομένου ότι μπορούσε να ξοδέψει τα χρήματα για ένα τόσο μεγάλο έργο διότι προέρχονταν από πλούσια οικογένεια.

 

Ο ζωγράφος πριν αρχίσει να ζωγραφίζει έκοψε τα μαλλιά του και ξύρισε το κεφάλι του, όπως κάνουν οι μοναχοί πρίν μπουν σε ναό σε ένδειξη εξαγνισμού. Κλείστηκε στο εργαστήριό του για 8 μήνες και απομονώθηκε από τον κόσμο. Επισκέφτηκε τους επιζώντες, βρήκε τον μαραγκό να του φτιάξει ακριβές αντίγραφο της σχεδίας, και έστησε το ατελιέ του απέναντι από το νοσοκομείο Μπωζόν, για να μελετά την ανατομία των μελλοθάνατων, τον πόνο και την οδύνη. Τοποθέτησε στο ατελιέ του κομένα κεφάλια και τεμαχισμένα μέλη.

 

Στον πίνακα που βλέπει ο θεατής ο οίκτος δεν περισσεύει, η αρετή έχει εξοριστεί. Μόνο οι δυνατοί, οι υγιείς, οι σκληραγωγημένοι θα επιβιώσουν. Στη σύνθεση μετράμε 20 μορφές. Ο νεαρός Ευγένιος Ντελακρουά πόζαρε για μία από αυτές, μία μορφή πεθαμένη. Χρησιμοποίησε ως μοντέλα φίλους του και πειραματίστηκε με αρκετά προσχέδια.  Έξι από τους 20 είναι εμφανώς νεκροί. Έξι είναι ζωντανοί. Οι μορφές διατάσσονται σε δύο άνισες πυραμίδες που δημιουργούν τεμνόμενα μεταξύ τους τρίγωνα συνηθισμένη πρακτική σε πίνακες της εποχής της Αναγέννησης και του μπαρόκ.
Στο βάθος απεικονίζεται το πλοίο «Αργώ» το οποίο δεν φαίνεται να έχει εντοπίσει τη σχεδία.

Ο Ζερικώ επέλεξε να απεικονίσει τη σκηνή της βουβής απελπισίας που οι επιζώντες προσπαθούν με απελπισμένες κινήσεις να τραβήξουν την προσοχή του πλοίου.

 

Δεδομένης της πολιτικής τοποθέτησής του ο ζωγράφος δεν επέλεξε να απεικονίσει την προδοσία του κυβερνήτης της Μέδουσας ούτε άλλες σκηνές όπως η ανταρσία ή ο κανιβαλισμός.

Η Μέδουσα είναι μία πράξη διπλής αντίθεσης καλλιτεχνικής και πολιτικής. Είναι ένας μνημειακός πίνακας όπου τα βάσανα των ναυαγών δεν είναι στην υπηρεσία καμιάς αιτίας.

Ο πίνακας εκτίθεται για πρώτη φορά στο Σαλόνι Ζωγραφικής που άνοιξε στις 25 Αυγούστοιυ 1819. Το έργο προκαλεί αίσθηση στο κοινό από έντονο θαυμασμό μέχρι αποστροφή.

Στα σώματα δίνεται σκληρή έμφαση με στυλ παρόμοιο με το chiaroscuro των έντονων αντιθέσεων που δημιουργεί το φώς. Τα χρώματα που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι σκοτεινά και μελαγχολικά, εκτεινόμενα από αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ στα σώματα μέχρι το σκούρο πράσινο και προρφυρό στην απεικόνιση του ουρανού. Η επιρροή του πίνακα προς τον θεατή του προέρχεται  τόσο απο το μέγεθός του όσο και από την αμεσότητα της απεικονιζόμενης δράσης. Τα κοντινότερα προς τον θεατή σώματα έχουν σχεδόν διπλάσιες διαστάσεις από αυτές του θεατή και μαζί με την ίδια την σχεδία, συνωθούνται προς το βασικό επίπεδο της εικόνας. Η απεραντοσύνη του ωκεανού περιορίζεται σε ένα «στενό» παράθυρο προς τον ουρανό και την θάλασσα. Κάποιοι ήθελαν να μεγαλώσουν την θάλασσα και να μικρύνουν την σχεδία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο θεατής να νιώθει πως συμμετοχη στη δράση, σαν να είναι και ο ίδιος επιβαίνων στην σχεδία, και, ως αποτέλεσμα, συμπάσχει με τους επιβαίνοντες σε αυτήν ναυαγούς.

Πέντε χρόνια μετά τν ολοκλήρωση του έργου του ο Ζερικώ πέθανε σε ηλικία μόλις 32 ετών από φυματίωση της σπονδυλικής στήλης.

Με την μεσολάβηση ενός φίλου του ο πίνακας αγοράστηκε από την Γαλλική κυβέρνηση και εκτίθεται στο Λούβρο γλυτώνοντας από την πρόθεση μερικών γάλλων ευγενών που είχαν σκοπό να τον τεμαχίσουν και να τον πουλήσουν σε κομμάτια.

Δεν έχει σημασία εάν ορισμένες από τις πληροφορίες σχετικά με την εργώδη προσπάθεια του Ζερικώ και την μανιώδη επιδίωξη ενός αποτελέσματος που να τον ικανοποιεί αποτελούν μέρος του μύθου του και όχι διαπιστωμένα γεγονότα.  Σημασία έχει ότι όσο πιο πολύ προσπαθούσε να εισχωρήσει στην πραγματικότητα του ναυαγίου, τόσο περισσότερο απογοητευόταν από την απόσταση που άνοιγε με την αναπαράσταση και μειονόταν η απόστασή του από την τρέλα. Υπήρξε ένας ρομαντικός. Τα δημοκρατικά του αισθήματα είναι γνωστά, όπως και ο αγώνας του για την κατάργηση της δουλείας. Εάν θελήσουμε να τον αναζητήσουμε θα τον βρούμε μαζί με τους ναυαγούς πάνω στην Σχεδία – ο Αφρικανός που κάνει σινιάλο κουνώντας ένα ξεφτισμένο πανί, αβέβαιος για την διάσωση, ελπίζοντας ωστόσο.

Οι άνθρωποι στη σχεδία εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους από τους αλαζόνες επικεφαλής τους τους ηγέτες τους. Είναι η ίδια η  κοινωνία που όπως και στις μέρες μας επιβιβάζεται σε αυτή την σχεδία και προσπαθεί να επιβιώσει καταφεύγοντας σε κάθε διαθέσιμο μέσο.

Ελπίδα των ναυγαγών η «Αργώ». Εδώ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια θα είναι η δική μας «Αργώ» η εμμονή όμως είναι ένας όρκος που δώσαμε στην ελπίδα ότι δεν θα την εγκαταλείψουμε ποτέ!

 Κοκκίνου Ανθή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: