Δεν Ξεχνώ Εισβολή στην Κύπρο ( Μέρος 1ον )

Σαν σήμερα έγινε η εισβολή στην Κύπρο .

Καλό θα είναι όμως να ξέρουμε μερικά πράγματα που η Συντακτική Ομάδα συνέλεξε  μέσα από έγκυρες Ιστορικές πηγές .

H Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 (τουρκικά: Kıbrıs Barış Harekâtı, Επιχείρηση ειρήνευσης Κύπρου ή τουρκικά: Atilla Harekâtı, Επιχείρηση Αττίλας) ήταν τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Η Τουρκία υποστηρίζει πως η επιχείρηση αποτελεί ειρηνευτική επέμβαση νομιμοποιημένη από το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων (συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου).
Τόσο τα Ηνωμένα Έθνη όσο και το Συμβούλιο της Ευρώπης, θεωρούν πως είναι εισβολή.
Το πραξικόπημα διατάχθηκε από την Χούντα των Αθηνών και πραγματοποιήθηκε από την κυπριακή Εθνική Φρουρά σε συνεργασία με την οργάνωση ΕΟΚΑ Β΄.
Το πραξικόπημα ανέτρεψε τον πρόεδρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και στόχος του ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα
. Ο τοποθετημένος από τους πραξικοπηματίες νέος Πρόεδρος, Νίκος Σαμψών, ανακήρυξε την Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου.
Στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στο νησί, προφασιζόμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων.
Οι τούρκικες δυνάμεις εντός τριών ημερών κατέλαβαν την Κερύνεια και την περιοχή γύρω από την πόλη.
Στις 23 Ιουλίου κηρύχθηκε εκεχειρία και τόσο η Χούντα των Αθηνών όσο και η πραξικοπηματική κυβέρνηση της Κύπρου κατέρρευσαν. Ακολούθησαν δύο γύροι διαβουλεύσεων στη Γενεύη μεταξύ των εμπλεκόμενων χωρών, στις οποίες η Τουρκία ζητούσε ομοσπονδιακή λύση, ανταλλαγή πληθυσμού και το 34% των εδαφών της Κύπρου να ελέγχεται από τους Τουρκοκύπριους.
Στις 14 Αυγούστου, οι συνομιλίες της Γενεύης κατέρρευσαν και η Τουρκία ξεκίνησε δεύτερη επιχείρηση («Αττίλας ΙΙ») κατά την οποία κατέλαβε το 36,2% του νησιού και εκτόπισε 120 χιλιάδες Κύπριους (άλλες 20 χιλιάδες παρέμειναν εγκλωβισμένοι), ενώ συνολικά σκοτώθηκαν περίπου 3 χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.
Γύρω στις 150.000 άνθρωποι (πάνω από το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού και το ένα τρίτο των Ελληνοκυπρίων) προσφυγοποιήθηκαν.
Ένα χρόνο αργότερα, 60 000 περίπου Τουρκοκύπριοι, μετακινήθηκαν από τις ελεύθερες νότιες περιοχές, στις ελεγχόμενες από τις τουρκικές δυνάμεις βόρειες περιοχές.
Το 1983, ανακηρύχθηκε η Τούρκικη Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου, αναγνωρισμένη μόνο από την Τουρκία.
Η διεθνής κοινότητα θεωρεί τα εδάφη της ΤΔΒΚ ως κατεχόμενη από τις τουρκικές δυνάμεις περιοχή της Δημοκρατίας της Κύπρου
Η κατοχή εξακολουθεί να θεωρείται παράνομη, ενώ οι συνομιλίες για λύση του Κυπριακού ζητήματος συνεχίζονται.

Η Κυπριακή Δημοκρατία ιδρύθηκε το 1960 και, σύμφωνα με το Σύνταγμά της, ήταν δικοινοτικό κράτος.
Το 1960 η Κύπρος είχε 573.566 κατοίκους, εκ των οποίων 441.656 Έλληνοκύπριοι (77%) και 104.942 (18,3%) Τουρκοκύπριοι και 26.968 (4,7%) λοιποί (Μαρωνίτες, Αρμένιοι).
Η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) εγκαταστάθηκε στην Κύπρο στις 16 Αυγούστου του 1960 με 950 άνδρες και η ΤΟΥΡΔΥΚμε 650. Η ΕΛΔΥΚ εγκαταστάθηκε στο στρατόπεδό της, έξω από τη Λευκωσία στον δρόμο προς τον Γερόλακκο.
Τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν δύσκολα αφού χαρακτηρίστηκαν από τις διακοινοτικές ταραχές του 1963, την απομόνωση των Τουρκοκυπρίων σε περιοχές (θυλακοποίηση), την έλευση διάφορων στρατιωτικών δυνάμεων και τη δημιουργία παραστρατιωτικών οργανώσεων.
Τον Νοέμβριο του 1963 ο Μακάριος κατέθεσε τα 13 σημεία του για την τροποποίηση του Συντάγματος με σκοπό την άμβλυνση του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους.
Αυτό οδήγησε σε πολιτική κρίση, τους Τουρκοκύπριους να μετακινηθούν εντός θυλάκων και στις διακοινοτικές ταραχές του 1963.
Στις διακοινοτικές ταραχές δρούσαν παραστρατιωτικές εθνικιστικές οργανώσεις των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Πιο συγκεκριμένα, οι Ελληνοκύπριοι είχαν συγκροτήσει την ΕΟΚ (Εθνική Οργάνωσις Κύπρου), πιο γνωστή ως Οργάνωση Ακρίτας κατά τα τέλη του 1961. Πιο πριν οι Τουρκοκύπριοι είχαν συγκροτήσει την ΤΜΤ (Τurk Mukavemet Teskilati, Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση). Αρχηγός της ΕΟΚ ήταν ο υπουργός Εσωτερικών Πολύκαρπος Γιωρκάτζης και υπαρχηγός ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Τάσσος Παπαδόπουλος.
«Επιτελάρχης» ήταν ο βουλευτής του Πατριωτικού Μετώπου Νίκος Κόσης.
Τους θύλακες τους συντηρούσε οικονομικά και με στρατιωτικό εξοπλισμό η Τουρκία.
Ο ΟΗΕ στις 4 Μαρτίου 1964 αποφάσισε τη σύσταση Ειρηνευτικής Δύναμης (UNFICYP) για την διατήρηση της ειρήνης στην Κύπρο.
Δημιουργία της Εθνικής Φρουράς με Έλληνες Αξιωματικούς και μυστική έλευση ελληνικής μεραρχίας
Στις 25 Φεβρουαρίου 1964, αποφασίστηκε η δημιουργία της Εθνοφυλακής, είδους εθελοντικής Εθνοφρουράς.
Η βάση της δημιουργίας της ήταν τα «υπαρχηγεία» της «Οργάνωσης Ακρίτας». Σημαντική για την Εθνική Φρουρά ήταν η «Βασική διαταγή υπ’ αριθ. 1» και προνοούσε δυαδική αρχηγία σε όλα τα επιτελεία της εθελοντικής Εθνοφρουράς: ένας Ελληνοκύπριος και ένας Ελλαδίτης αξιωματικός.
Η εθελοντική συμμετοχή όμως δημιουργούσε προβλήματα και έτσι, στις 13 Μαρτίου 1964, σε σύσκεψη στο Καστρί υπό τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Γεώργιο Παπανδρέου, τέθηκε ως επικεφαλής του ιδρυθέντος Ειδικού Μικτού Επιτελείου Κύπρου (ΕΜΕΚ), που στόχο είχε να «επιλαμβάνεται παντός στρατιωτικού ζητήματος διά την Κύπρον», ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας.
Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε στην Κύπρο η Στρατιωτική Διοίκηση Κύπρου (ΣΔΙΚ), η οποία έπαιρνε εντολές από το ΕΜΕΚ, ενώ παράλληλα αποφασίστηκε και η μυστική αποστολή ελληνικής μεραρχίας που θωράκισε το νησί. Μέχρι τον Ιούνιο του 1964 δημιουργήθηκε η Εθνική Φρουρά.
Σχέδιο Άτσεστον (διπλή ένωση με ~10% στην Τουρκία)]
Ο μεσολαβητής για το Κυπριακό, πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ντιν Άτσεσον, κατέθεσε σχέδιο (παρουσιάστηκαν δυο περίπου όμοιες εκδοχές) το 1965 το οποίο προέβλεπε την εγκατάσταση τουρκικής βάσης κατά κυριαρχία σε ευρεία εδαφική ζώνη στη χερσόνησο της Καρπασίας ίση με το 10%-11% του εδάφους του νησιού ως αντάλλαγμα για την ένωση του υπολοίπου της Κύπρου με την Ελλάδα.
Για τους Τουρκοκύπριους που δεν θα μετέβαιναν στην τουρκική ζώνη προβλεπόταν εκτεταμένη αυτοδιοίκηση σε καντόνια εντός της ελληνικής ζώνης.
Ηταν μια λύση που προσέγγιζε περισσότερο στην έννοια της διπλής ένωσης, της διανομής του νησιού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Η λύση αυτή θεωρείτο ριζική και οριστική από την αμερικανική οπτική καθώς έθετε την Κύπρο υπό τον έλεγχο δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα εξάλειφε μια εστία διαμάχης μεταξύ συμμάχων στην ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία όμως, δεν δεχόταν εκμίσθωση και ζητούσε κυριαρχία. Ούτε ο Μακάριος αποδέχθηκε το σχέδιο και αυτό εγκαταλείφθηκε.
Το καθεστώς της 21ης Απριλίου υπονομεύει τον Μακάριο, ίδρυση ΕΟΚΑ Β΄
Το καθεστώς της 21ης Απριλίου, επιθυμώντας την ένωση, κινείτο προς την κατεύθυνση της υπονόμευσης του μακαριακού καθεστώτος.
Τον Νοέμβριο του 1967 ο Γρίβας επιχείρησε κατά του τουρκοκυπριακού χωριού Κοφίνου, γεγονός που προκάλεσε διεθνείς πιέσεις προς την Αθήνα και οδήγησε στην τελική απόσυρση των απεσταλμένων εκεί ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων.
Την άνοιξη του 1968 ξεκίνησε σειρά διακοινοτικών συνομιλιών με θέμα την εσωτερική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας που πλησίασαν τη συμφωνία.
Την ίδια χρονιά επανεξελέγη στο προεδρικό αξίωμα ο Μακάριος.
Το 1970 σημειώθηκε απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακαρίου, του οποίου η πολιτική επιβραβεύθηκε στις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους.
Από το προηγούμενο έτος είχε αρχίσει να δρα στο νησί το Εθνικό Μέτωπο. Το 1970 επίσης δολοφονήθηκε ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης ο οποίος είχε συνδεθεί με την απόπειρα κατά του Μακαρίου.
Στις αρχές φθινοπώρου 1971, επέστρεψε στην Κύπρο ο Γεώργιος Γρίβας και δημιούργησε την ΕΟΚΑ Β΄.
Το 1972, εξελίχθηκε το “εκκλησιαστικό πραξικόπημα”. Τρεις Κύπριοι μητροπολίτες, απαιτώντας από τον Μακάριο να παραιτηθεί από το κοσμικό του αξίωμα (του προέδρου της Δημοκρατίας), τον καθαίρεσαν από αρχιεπίσκοπο το 1972.
Τελικά υπερίσχυσε ο Μακάριος καθώς η μείζων Σύνοδος τους καθαίρεσε το 1973.
Τον Οκτώβριο του 1973 έγινε νέα δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου.
Μετά τον θάνατο του Γρίβα, η ΕΟΚΑ Β΄, τελούσα υπό άμεση εξάρτηση από τη Χούντα των Αθηνών, ασκούσε δράση κατά του Μακαρίου.
Τον Ιούλιο του 1974 ο Μακάριος ζήτησε την απόσυρση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες που είχε, θεωρούνταν πιθανή η διενέργεια πραξικοπήματος εναντίον του από στελέχη που ελέγχονταν από τη Χούντα των Αθηνών[37].

Η Χούντα των Αθηνών, υπό τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, πίστευε πως ο Μακάριος δεν επεδίωκε πλέον την πολιτική της Ένωσης, και ετοίμαζε σχέδια να τον ανατρέψει.
Στις 15 Ιουλίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στην Κύπρο, από την Εθνική Φρουρά.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διέφυγε και, στις 19 Ιουλίου, έλαβε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου κατήγγειλε τη Χούντα των Αθηνών για εισβολή.
Ακολούθησαν έντονες διαβουλεύσεις σε Αθήνα και Άγκυρα, με τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο να ενημερώνει το χουντικό καθεστώς (μετά από συνομιλίες που είχε στην Άγκυρα) πως η Τουρκία δεν θα δεχόταν οποιαδήποτε αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στην Κύπρο προς όφελος της Ελλάδας.
Ο Ιωαννίδης και η Χούντα του ήταν όμως απτόητοι.
Το πραξικόπημα
Τον Μάρτιο του 1974, η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών ανακάλυψε έγγραφα της ΕΟΚΑ Β΄ τα οποία κατέγραφαν σχέδια διενέργειας πραξικοπήματος υποβοηθούμενο απο τη Χούντα των Αθηνών.
Στις 2 Ιουλίου του 1974, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, απαίτησε την παραίτηση των Ελλήνων αξιωματικών που ήταν μέλη της κυπριακής Εθνικής Φρουράς.
Η Χούντα των Αθηνών, διέταξε τότε πραξικόπημα, για ανατροπή του Μακαρίου, ο οποίος με την πολιτική του, απομακρυνόταν από τον στόχο της Ένωσης Κύπρου-Ελλάδας.
15 Ιουλίου – Έναρξη Πραξικοπήματος, μάχες με Εφεδρικό
Στις 15 Ιουλίου, ώρα 8:15 το πρωί, πραγματοποιήθηκε το πραξικόπημα.
Μονάδες της Εθνικής Φρουράς βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο, το οποίο υπερασπίστηκαν δυνάμεις της Αστυνομίας, ονομαζόμενες “Εφεδρικό”.
Ο Μακάριος διέφυγε προς την Πάφο και ανακοίνωσε μέσω ραδιοφώνου πως είναι ζωντανός. Πρόεδρος της νέας Κυβέρνησης τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών ο οποίος ανακήρυξε την «Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου».
Το ίδιο απόγευμα φαινόταν ότι το πραξικόπημα είχε τελικά επικρατήσει, με απολογισμό 91 νεκρούς και 250 τραυματίες.
Πρόεδρος τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών ο οποίος ανακύρηξε την «Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου».
16 Ιουλίου – Φόβοι Τουρκοκυπρίων – Φυγή Μακαρίου
Στις 16 Ιουλίου ξεκινησαν τα τουρκικά και τουρκοκυπριακά μέσα ενημέρωσης να μεταδίδουν τις ανησυχίες του πρωθυπουργού της Τουρκίας Μπουλέντ Ετζεβίτ και του αρχηγού των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς για τη φύση και τις διαθέσεις του πραξικοπήματος σχετικά με την ένωση με την Ελλάδα ή τον διωγμό των Τουρκοκυπρίων. Το πραξικοπηματικό καθεστώς διαβεβαίωνε πως δεν θα κινηθεί κανείς εναντίον των τουρκοκυπριακών θυλάκων.
Στις 16 Ιουλίου, ο Μακάριος έφυγε από την Κύπρο, μέσω τον αγγλικών στρατιωτικών βάσεων. Κάνοντας στάση στη Μάλτα, έφτασε τις νυκτερινές ώρες στο Λονδίνο.
17 Ιουλίου – Ο Μακάριος στην Αγγλία
Στις 17 Ιουλίου, ο Μακάριος συνάντησε τον Βρετανό πρωθυπουργό Γουΐλσον.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός, μετά τη συνάντηση που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, δέχθηκε τον Τούρκο πρωθυπουργό, Ετζεβίτ, ο οποίος πήγε με μια μεγάλη κουστωδία, αρχηγών στρατιωτικών επιτελείων, υπουργών και άλλων.
Ο Μακάριος ζήτησε από την κυβέρνηση της Βρετανίας να διατηρήσει την αναγνώριση του ιδίου ως εκλεγέντος προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο Ετζεβίτ εισηγήθηκε πως το πραξικόπημα είχε χαρακτηριστικά εισβολής.
Το απόγευμα ο Μακάριος αναχώρησε αεροπορικώς στις ΗΠΑ προκειμένου να προετοιμαστεί για να παραστεί σε επικείμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας
18 Ιουλίου – Ο Σίσκο προειδοποιεί για τουρκική εισβολή στην Κύπρο
Στο μεταξύ περί τις 11:00 είχαν φθάσει στην Αθήνα ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο με τον υφυπουργό Εθνικής Αμύνης Έλσγουώρθ όπου, συνοδευόμενοι από τον εν Αθήναις πρέσβη Χένρι Τάσκα, επισκέφθηκαν τον πρωθυπουργό της Χούντας,
Αδαμάντιο Ανδρουτόπουλο, σε κατ΄ ιδίαν συνομιλίες
Στη συνέχεια ακολούθησαν δύο συσκέψεις μία περί τις 14:00 και η δεύτερη περί τις 18:00 στην οποία και συμμετείχαν ο πρωθυπουργός Α. Ανδρουτσόπουλος, ο υπουργός Εξωτερικών Κ. Κυπραίος, ο αρχηγός Ε.Δ. στρατηγός Μπονάνος και άλλοι ανώτατοι υπηρεσιακοί παράγοντες.
Ο Σίσκο δήλωσε ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποτραπεί πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, εξ αιτίας της συμμετοχής και των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με κάποιες ομολογίες που έγιναν αργότερα, σε κάποιο σημείο αυτών των συνομιλιών ο ταξίαρχος Ιωαννίδης απείλησε πως αν συμβεί τουρκική απόβαση ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών είναι δεδομένος.
19 Ιουλίου
Ο Σίσκο αναχωρεί από Αθήνα για Άγκυρα
Περί τις 11:00 ο ναύαρχος Αραπάκης διέταξε τα υποβρύχια «Τρίτων», «Γλαύκος» και «Νηρεύς» να πλεύσουν στις περιοχές Ρόμιο-1, Ρόμιο-2 και Ρόμιο-3, προκειμένου να βρίσκονται εγγύτερα στην Κύπρο.
Στις 13:00 επιστρέφει στην Αθήνα από Άγκυρα ο Αμερικανός επιτετραμμένος Σίσκο όπου και συγκαλείται αμέσως σύσκεψη με τα ίδια πρόσωπα που είχαν μετάσχει και στην προηγούμενη.
Οι πληροφορίες που μετέφερε από τουρκικής πλευράς φαίνεται πως κρίθηκαν από τους μετέχοντες στη σύσκεψη αυτή μάλλον ενθαρρυντικές.
Αργότερα περί τις 19:00 ο στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος προσκάλεσε στο γραφείο του όλους τους αρχηγούς και τους ανακοίνωσε όλες τις πληροφορίες που είχε μεταφέρει ο Σίσκο, ο οποίος στο μεταξύ είχε ήδη αναχωρήσει και πάλι προς την Άγκυρα
Ο λόγος του Μακαρίου στον ΟΗΕ
Στον λόγο του ο Μακάριος κατηγόρησε δριμύτατα την Χούντα των Αθηνών, αρχικά για τη σχεδίαση και διενέργεια του πραξικοπήματος.
Επιπλέον, υποστήριξε ότι φοβόταν στρατιωτική επέμβαση της Χούντας περισσότερο από την επέμβαση της Τουρκίας, φόβος ο οποίος κατά τον ίδιο επιβεβαιώθηκε.
Επιπλέον, χαρακτήρισε το πραξικόπημα εισβολή της Χούντας, το οποίο παραβίαζε τη συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου, κάτι που αφορά και τους Τουρκοκύπριους.
Επιπλέον, κατηγόρησε την Χούντα για διπροσωπία και υπονόμευση του ΟΗΕ.
Έκλεισε λέγοντας:
“…Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών.
Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου.
Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους.
Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους.
Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο.
Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική υπό συνθήκες πραξικοπήματος.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο.
Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα ενώπιον σας, να σάς έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης.
Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος στην εισβολή, και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού.”[48]

Στις 20 Ιουλίου η Τουρκία, επικαλούμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων, εισέβαλε στην Κύπρο.
Ο Τζόσεφ Σίσκο είχε προειδοποιήσει, σε συνομιλίες στο Πεντάγωνο της Αθήνας, πως η εμπλοκή της Ελλάδας στην Κύπρο θα σήμαινε κατά πάσα πιθανότητα ολοκληρωτικό ελληνοτουρκικό πόλεμο και πιθανή απώλεια εδαφών για την Ελλάδα.
Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών, προ της διαφαινόμενης κατάρρευσης παραιτήθηκε, όπως και η Χούντα των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα, αφού ήταν ανίκανη να αντιδράσει στρατιωτικά.
Η Τουρκία ισχυρίστηκε πως το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων της έδινε το δικαίωμα να υπερασπιστεί τους Τουρκοκύπριους και να εγγυηθεί την ανεξαρτησία της Κύπρου.
Η εισβολή της ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1974, κηρύχθηκε ανακωχή στις 22 Ιουλίου και οι μάχες σταμάτησαν στις 23 Ιουλίου.
Ισχυρές δυνάμεις στρατού αποβιβάστηκαν λίγο πριν την αυγή στην Κερύνεια και συνάντησαν αντίσταση από ελληνικές και ελληνοκυπριακές στρατιωτικές δυνάμεις (αν και καθυστερημένη).
Εν τω μεταξύ, ελληνοκυπριακές δυνάμεις επιτέθηκαν σε τουρκοκυπριακούς θύλακες.
Μέχρι το Συμβούλιο Ασφαλείας να καταφέρει να επιτευχθεί εκεχειρία στις 22 Ιουλίου (ψήφισμα 353 Συμβουλίου Ασφαλείας), οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταφέρει να ελέγχουν το λιμάνι της Κερύνειας και ένα επίμηκες τμήμα μεταξύ Λευκωσίας και Κερύνειας.
Το λιμάνι της Κερύνειας ήτανε σημαντικό για μεταφορά οπλισμού από την Τουρκία τον οποίο θα χρησιμοποιούσε στη δεύτερη εισβολή.
19 Ιουλίου – Απόπλους τουρκικών πολεμικών σκαφών
Στις 20:00 μεταδόθηκε στην τηλεόραση η εικόνα κατάφορτης αρμάδας τουρκικών πολεμικών πλοίων να αποπλέει από τη Μερσίνα.
Στις 20:30 στη Λευκωσία, ο Αμερικανός πρέσβης αναζήτησε και επισκέφθηκε πάλι τον Γλαύκο Κληρίδη ζητώντας του να αντικαταστήσει τον Σαμψών.
Ώρα 21:15 τα ναυτικά ραντάρ της Κύπρου επισήμαναν έξι στόχους σε σχηματισμό να κινούνται με κατεύθυνση από Μερσίνα προς νότο.
Ο σχηματισμός αυτός ήταν η αρχή της επιχείρησης Αττίλας I.
Λίγο μετά στους παραπάνω στόχους προστέθηκαν άλλοι οκτώ.
Από την αποτύπωση της πορείας τους φέρονται να κατευθύνονται στη κυπριακή περιοχή Κορμακίτη, δυτικά της Κερύνειας.
Ο Έλληνας ναυτικός διοικητής Κύπρου, αντιπλοίαρχος Γ. Παπαγιάννης ενημέρωσε αμέσως τον αρχηγό της Εθνοφρουράς. Εκείνος με την σειρά του κάλεσε επειγόντως τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδας, ο οποίος δεν αποδέχθηκε τον επιθετικό χαρακτήρα των στόχων.
Η ηγεσία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και ο δικτάτορας Ιωαννίδης κοιμόντουσαν στα σπίτια τους όταν άρχισε η τουρκική εισβολή, τα χαράματα του Σαββάτου 20 Ιουλίου. Είχαν δώσει οδηγίες στους επόπτες στο ΓΕΕΘΑ ότι οι Τούρκοι έκαναν γυμνάσια για εκβιαστικούς λόγους και, παρά τις εκκλήσεις του διοικητή της Εθνικής Φρουράς, Γιωργίτση, για διαταγές απόκρουσης της εισβολής, οι οδηγίες ζητούσαν «αυτοσυγκράτηση».
Όταν ο υπασπιστής του Ιωαννίδη, ταγματάρχης Παλαίνης, τον ενημέρωσε ότι «βγαίνουν οι Τούρκοι στην Κύπρο», ο «αόρατος δικτάτορας» πάγωσε αφού δεν περίμενε την τουρκική αντίδραση το Σάββατο 20 Ιουλίου μιας και ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών βρισκόταν στην Άγκυρα για συνομιλίες εκτόνωσης της κρίσης.
20 Ιουλίου
Η αντίδραση της Χούντας – Συνομιλίες με Σίσκο
Στις 20 Ιουλίου, Ο πρέσβης των ΗΠΑ Χένρι Τάσκα, πήγε στο Πεντάγωνο για να εξηγήσει στην ελληνική στρατιωτική ηγεσία την αμερικανική πολιτική, όπως την είχε καθορίσει ο Χένρι Κίσινγκερ.
Ο Τάσκα πήρε μέρος στη σύσκεψη των αρχηγών, ενώ προς το τέλος της συνεδρίας μπήκε στην αίθουσα και ο Σίσκο, ο οποίος μόλις είχε φτάσει από την Άγκυρα.
Ο Σίσκο, ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, ήταν ωμός στις τοποθετήσεις του και η προτροπή του προς τη Χούντα ήταν:
• Μη μπείτε σε πόλεμο με την Τουρκία, διότι θα χάσετε
• Μόνη διέξοδος για να αποφύγουμε τον όλεθρο είναι η συνεννόηση.
• Αν δεν εισακούσετε τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα σας εγκαταλείψουν.
Ο Σίσκο τόνισε επιπλέον πως η Ελλάδα δεν πρέπει να εμπλακεί “γιατί θα ηττηθείτε και εκτός από την Κύπρο θα χάσετε και τμήμα της Ελλάδας”.
Σε αυτή τη συνάντηση εξερράγη από θυμό ο Ιωαννίδης ο οποίος, αφού απείλησε ότι η Ελλάδα θα κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, σηκώθηκε και έφυγε από την αίθουσα λέγοντας στον Σίσκο «Μας εξαπατήσατε».
Η Χούντα επιχείρησε γενική επιστράτευση στην Ελλάδα, η οποία όμως γρήγορα αποδείχθηκε επιπόλαια και ασυντόνιστη ενέργεια και, σε δεύτερο χρόνο, ανακλήθηκε.
Η αντίδραση της Εθνικής Φρουράς: Τα σχέδια Αφροδίτης 1,2,3 και η επίθεση στον θύλακα Κιόνελι
Η Εθνική Φρουρά είχε δύο σχέδια άμυνας της Κύπρου: το «Αφροδίτη 1» και το «Αφροδίτη 2». Επίσης, υπήρχε και το «Αφροδίτη 3», που ήταν σχέδιο πραξικοπήματος και εφαρμόστηκε με επιτυχία στις 15 Ιουλίου. Το «Αφροδίτη 1» θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που η Κύπρος θα δεχόταν επίθεση από την Τουρκία και θα χρειαζόταν να αποκρούσει προσπάθεια αποβίβασης δυνάμεων.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η συνδρομή της Ελλάδος θα ήταν:
• Αποστολή υποβρυχίων για βύθιση του αποβατικού στόλου.
• Αεροπορική κάλυψη της Κύπρου.
• Συμμετοχή της ΕΛΔΥΚ στην προσπάθεια απόκρουσης της εισβολής.
Η δημιουργία τουρκικού προγεφυρώματος εθεωρείτο αναπόφευκτη και το σχέδιο προέβλεπε χρησιμοποίηση της ΕΛΔΥΚ για την καταστροφή του.
Σύμφωνα με το σχέδιο, η ΕΛΔΥΚ «θα ετηρείτο εφεδρεία και θα αποτελούσε την κύρια δύναμη αντεπίθεσης κατά του προγεφυρώματος που τυχόν θα δημιουργείτο (…) τη νύχτα της D/D+1», που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η νύχτα της 20ής προς την 21η Ιουλίου.
Το «Αφροδίτη 2» θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που η Εθνική Φρουρά ήταν αυτή που θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Προέβλεπε αιφνιδιασμό των Τούρκων, με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των τουρκοκυπριακών θυλάκων σε όλη την Κύπρο.
Η κύρια προσπάθεια θα ήταν η διάλυση του θύλακα του Κιόνελι, που ήταν ο μεγαλύτερος και ο σημαντικότερος και εκτεινόταν μεταξύ Λευκωσίας – Αγύρτας, στη νότια πλευρά του Πενταδακτύλου. Την αποστολή αυτή θα την αναλάμβανε η ΕΛΔΥΚ.
Στις 20 Ιουλίου, η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς, αντί να δώσει διαταγή για εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη 1», αφού την πρωτοβουλία την είχαν αναλάβει οι Τούρκοι και βρισκόταν σε εξέλιξη αποβατική επιχείρηση, άρχισαν να εφαρμόζουν το «Αφροδίτη 2». Αντί το βράδυ της 20ής Ιουλίου η ΕΛΔΥΚ να επιχειρήσει εκκαθάριση του προγεφυρώματος στην Κερύνεια, διατάχθηκε να επιτεθεί κατά του θύλακα Κιόνελι.[51]
Η απόβαση στο Πέντε Μίλι και η καταστροφή 2 ε/κ πλοίων[

Η παραλία Πέντε Μίλι
Στις 01:30, το ραντάρ στον Απ. Ανδρέα ανίχνευσε 11 πλοία να κατευθύνονται προς την Κερύνεια, σε απόσταση 35 ναυτικών μιλίων. Στις 05:00 περίπου, δυο μικρά ελληνοκυπριακά πλοία απέπλευσαν από την Κερύνεια για να εμπλακούν με τα τουρκικά και τελικά βυθίστηκαν.
Όλοι οι ναύτες πνίγηκαν εκτός από έναν.
Τις πρώτες ώρες της 20ής Ιουλίου 1974, οι τούρκικες δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην παραλία Πέντε Μίλι, η οποία βρίσκεται στη βόρεια ακτογραμμή της Κύπρου, περίπου 8 χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνιας.
Είχαν ξεκινήσει από το λιμάνι της Μερσίνας της Τουρκίας, και η αρχική πρόθεσή τους ήταν να αποβιβαστούν στην παραλία της Γλυκιώτισσας, η οποία όμως κρίθηκε ακατάλληλη.
Πριν την αποβίβαση, Τούρκοι βατραχάνθρωποι έψαξαν για νάρκες.
Η τουρκική δύναμη αποτελείτο από 3.000 στρατιώτες, 12 άρματα μάχης M47 και 20 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού M113, και 12 ολμοβόλα.
Πρώτη εμπλοκή του κυπριακού Στρατού Ξηράς.
Στις 10:00 υπήρξε η πρώτη εμπλοκή των Τούρκων με δυνάμεις του στρατού ξηράς της Κύπρου (τo 251 Τάγμα Πεζικού, υποστηριζόμενο από μια διμοιρία 5 τεθωρακισμένων τύπου Τ-34 .
Παρόλο που κατάφεραν να καταστρέψουν 2 θέσεις πυροβόλων άνευ οπισθοδρομήσεως, απέτυχαν να εκδιώξουν τους Τούρκους από τις θέσεις τους.
Μια αντεπίθεση των τουρκικών δυνάμεων κατάφερε να καταστρέψει 2 τεθωρακισμένα. Όταν το τάγμα υποχώρησε ανατολικά προς την Κερύνεια, οι Τούρκοι προχώρησαν 1 χιλιόμετρο, αρχικά προς τα δυτικά, και μετά προχώρησαν ανατολικά. Από τα συνολικά 5 άρματα, τα 4 καταστράφηκαν και 1 βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στο στρατόπεδο του τάγματος.
Επίσης, αεροπορικές επιθέσεις στόχευσαν ελληνοκυπριακές θέσεις μέσα και γύρω απο την Κερύνεια.
Το πυροβολικό της Εθνικής Φρουράς βομβαρδίζει θέσεις των Τούρκων – Προσπάθεια αντεπίθεσης
Οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις του Πυροβολικού προσπάθησαν να αποκρούσουν την αποβίβαση των Τούρκων: η 182 ΜΠΠ, η 190 ΜΑ/ΤΠ επιτέθηκε κατά των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή Πανάγρων και στο τουρκικό προγεφύρωμα στο Πεντεμίλι, αναγκάζοντας τα τουρκικά πολεμικά πλοία να υποχωρήσουν.
Η 191 ΠΟΠ έβαλλε κατά των τουρκικών θέσεων στο Μπέλλα-Πάις και στις περιοχές Άσπρη Μούττη και Κοτζά Καγιά.
Η 198 ΠΟΠ είχε χάσει αρκετά οχήματα, ασυρμάτους και πυρομαχικά κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς στις 16 Ιουλίου.
Έτσι βρέθηκε αποδυναμωμένη κατά τη διάρκεια των πρώτων συγκρούσεων με τους Τούρκους στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα στις 20 Ιουλίου, στην προσπάθειά της να στηρίξει τις δυνάμεις καταδρομών που μάχονταν στην περιοχή.
Ως απάντηση στην εισβολή, ένας αξιωματικός του επιτελείου της Εθνικής Φρουράς, ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μπούφας, στάλθηκε στο δυτικό προάστιο της Κερύνειας σε μια προσπάθεια να οργανώσει αντεπίθεση.
Η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι όμως προχώρησαν σε αντεπίθεση.
Ένα από τα τρία ελληνοκυπριακά άρματα μάχης T-34 δέχθηκε πυρά από τουρκικό αντιαρματικό και καταστράφηκε.
Το 306ο Τάγμα Πεζικού έφθασε αργά και επιτέθηκε κατά των τουρκικών δυνάμεων από τα ανατολικά, αλλά δεν κατάφερε να πετύχει κάτι αξιοσημείωτο.

 

Όλα τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από έγκυρες Ιστορικές πηγές .

 

Η Συντακτική Ομάδα .

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: