Φάροι φωτός στην ελληνική Ιστορία και Λογοτεχνία.

Φάροι φωτός στην ελληνική Ιστορία το Σούλι και το Μεσολόγγι θα δείχνουν πάντα το σωστό μονοπάτι.

Φίλοι και φίλες του «Πολιτιστικού Καρουζέλ», τούτη η στήλη τον φετινό Μάρτιο τον αφιερωμένο στα βιβλία τιμά την εθνική μας εορτή προτείνοντάς σας ένα όμορφο,έντιμο και συγκινητικό ιστορικό μυθιστόρημα που σκηνικό δράσης των ηρώων του είναι το Σούλι στα χρόνια του Αλή Πασά.Φάροι φωτός στην ελληνική Ιστορία το Σούλι και το Μεσολόγγι θα μας δείχνουν πάντα το σωστό μονοπάτι μέσα στις θύελλες και ας το θυμόμαστε αυτό ειδικά τώρα που ο άπληστος τούρκος γείτονας (ξανα)φανερώνει απροκάλυπτα το πραγματικό του πρόσωπο.Ας είναι αυτή η 25η Μαρτίου αφορμή για να μονιάσουμε και να υψώσουμε το ανάστημά μας. Μπορούμε.

Μαύρο Φυλαχτό”,Βαγγέλης Μπέκας

Ο άξιος Ηπειρώτης συγγραφέας Βαγγέλης Μπέκας είχε δώσει με τις προηγούμενες δουλειές του πολλές ελπίδες για το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας ,ένα μέλλον που περνάει σιγά σιγά και όχι δίχως προβλήματα σε μια γενιά νεότερων δημιουργών.Το μυθιστόρημά του “Μαύρο Φυλαχτό”ήταν τώρα η αιτία να σκεφτώ τα διαιωνιζόμενα μίση και την ηλίθια διχόνοια που μας κυριεύει σαν λαό. Βλέπετε, ο Μπέκας τοποθετεί ημερολογιακά την αφήγησή του στα χρόνια που το Σούλι πέφτει στα χέρια του Αλή πασά κι όμως οι πανίσχυροι πολεμιστές και που έχουν βιος μπόλικο,οι Μποτσαραίοι κι η φάρα τους κι οι φάρες που την ακολουθούν τρώγονται (στην εποχή που αρχηγός γίνεται ο σπουδαίος Φώτος Τζαβέλας) σαν τα κακά σκυλιά με τους επίσης πανίσχυρους κι έχοντες βιος μπόλικο Τζαβελαίους ή πείτε το ανάποδα για να μην εκληφθεί σαν να παίρνω θέση εγώ, όταν ο συγγραφέας -και είναι προς τιμήν του-, λέει και ξαναλέει στο εισαγωγικό σημείωμα ότι διάβασε μεν και μελέτησε την Ιστορία του τόπου του και από αντίθετες πηγές και πηγές που συμπίπτουν μα το δικό του κείμενο είναι μυθιστόρημα κι όχι Ιστορία.
Η ουσία είναι,κι αυτό καταλαβαίνει με θλίψη του από την πρώτη στιγμή ο αναγνώστης,ότι δίχως σταματημό τρώγονται εκείνοι που μέχρι πριν λίγο ήταν συμπολεμιστές κι έδιναν το αίμα τους και το αίμα των παιδιών τους κατά του δυνάστη και κοινού εκμεταλλευτή που τώρα τους ταχταρίζει και με μυστικοσυμβούλους και με προδότες και με κρυφές επαφές με τους δολερούς Φράγκους που πουλάνε κάλπικο επαναστατιλίκι ευρισκόμενοι απέναντι, στην Κέρκυρα, που υποτίθεται την ελευθερώνουν από τους Βενετούς με τους οποίους βέβαια οι ντόπιοι ,αστοί και νεόπλουτοι και ο λαός έχουν μια χαρά εμπορικές δοσοληψίες που αποφέρουν ουκ ολίγα μπικικίνια στους δυο πρώτους και ένα κομμάτι ψωμί στον τελευταίο που δεν είναι πάντα ξεροκόμματο..Άλλοι καραγκιόζηδες βέβαια κι αυτοί στην Κέρκυρα(στους Κορφούς,έτσι το έλεγαν το νησί),μορφωμένοι και αμόρφωτοι δημοκράτες στα λόγια μα φραγκόφιλοι στις τσέπες.Όχι όλοι αλλά τι τα θες,δεν αρκούν οι μειοψηφίες…
Με παχιά λόγια ο Αλή πασάς και με σχέδια δίβουλα και μοχθηρά στα οποία μπάζει ως και την Πύλη τους παίζει στα βρωμερά του δάχτυλα πότε τον ένα πότε τον άλλο.Κι ενώ το ξέρουν κι οι Τζαβελαίοι κι ο γερο Μπότσαρης ότι ο σατανικός πασάς τους δουλεύει ψιλό γαζί και το μόνο που θέλει είναι να τους κάνει μια χαψιά, αυτοί το βιολί τους,εκεί,να σπαταλάνε δυνάμεις στην μεταξύ τους κόντρα.
Ο Βαγγέλης Μπέκας έχει πλάσει πολύ ευρηματικά ομολογουμένως τον κεντρικό του ήρωα σαν έναν χαρακτήρα που κουβαλάει τίτλο τιμής αλλά και ασήκωτο σακί ηθικού και πραγματικού βάρους το ότι είναι Σουλιώτης.Τον ονομάζει Μάρκο και είναι ένα έξυπνο και καλόγνωμο παλικαράκι στα 20 που το έχουν ήδη στείλει στα Γιάννενα να μάθει γράμματα.Δεν είναι ο τυπικός Σουλιώτης που ΄χει στο μυαλό του τον πόλεμο και πόσους εχθρούς θα σκοτώσει κι αυτό αμέσως βάζει την αφήγηση σε άλλο επίπεδο,την προστατεύει από πιασιάρικες κοινοτυπίες που θα μπορούσαν να ξεφυτρώσουν σαν ζιζάνια,την φωτίζει, της δίνει την δυνατότητα να επεκτείνεται στα πολλά που τριβελίζουν το μυαλό του νεαρού άντρα χωρίς να ζορίζεται από τα βαρίδια της προσωπικότητας που θα (έπρεπε να ) είχε αν ήταν χτισμένος σαν ένας σκληρόπετσος πολεμιστής και τίποτ΄άλλο.Το ότι ξέρει πέντε γράμματα και έχει βγει έξω από τα στενά όρια της Σουλιώτικης γης τον έχει,φυσικά,επηρεάσει ακόμα περισσότερο. Δεν διστάζει,καθώς αυτός είναι κι ο αφηγητής,να παραδεχτεί -σαν να εξομολογείται πρόσωπο με πρόσωπο με τον ,συγκινημένο απ΄όλα αυτά,αναγνώστη-, το κόχλασμα του μυαλού του για χίλια δυο, το θάμπωμα από τα πρωτόγνωρα γι αυτόν που βλέπει να γίνονται μπροστά του,την δυσκολία του να βάλει φραγμούς στους πειρασμούς που έχει μάθει ότι δεν τιμούν έναν Σουλιώτη γιατί καταλαβαίνει ότι παίρνει στραβά μονοπάτια.Δεν διστάζει να ομολογήσει την δειλία του τελικά(σε σύγκριση πάντα με την τρελή ,δίχως μέτρο και λογική γενναιότητα των άλλων Σουλιωτών),το ότι το αίμα τού προκαλεί τέτοια ταραχή που γι αυτό παίρνει μέρος στις μάχες μα προτιμά να συμμετέχει από τα μετόπισθεν,σαν καλός σκοπευτής που όντως είναι.
Εδώ θέλω να πω ότι η αφήγηση σε α΄πρόσωπο για τέτοιας εποχής γεγονότα μου φάνηκε δίκοπο μαχαίρι και γλωσσικά και στα άλλα υλικά της δόμησης της πλοκής γιατί δεν αρκούν, νομίζω,οι παλιές λέξεις,για παράδειγμα,που δίνουν ίσως επιφανειακά την ατμόσφαιρα αν και πρέπει να πω ότι αυτό δεν το είδα στο “Μαύρο Φυλαχτό”.Στην αρχή λοιπόν δεν ήμουν σίγουρη ότι έκανε καλά ο Μπέκας να έχει σαν αφηγητή και κεντρικό πρόσωπο τον ίδιο χαρακτήρα, φοβήθηκα ότι κάπου θα του ξεφύγει ο χρόνος και θα διηγείται τα παλιά ένας Μάρκος από το σήμερα και με τρέχουσα γλώσσα.Ευτυχώς διαψεύστηκα και αμαρτία εξομολογουμένη δεν είναι αμαρτία,έτσι δεν λένε;Διότι στην συνέχεια κι όσο πύκνωνε με ωραίο μέτρο και δίχως να γίνεται ψευτοεπική η εξιστόρηση του Μάρκου και εξελισσόταν σε λεπτοκεντημένη σύνθεση σκέψεων και γεγονότων,διλημμάτων και παθών κτλ βεβαιώθηκα ότι καλώς,και μάλιστα με αρμονικά μοιρασμένες τις επιμέρους ιστορίες και των άλλων προσώπων,αφηγείται ο πρωταγωνιστής.
Ας σταθούμε επομένως λιγάκι παραπάνω στον αφηγητή μας,του αξίζει. Ο Μάρκος ανήκει σε μια απλή και φτωχή οικογένεια που δεν ακολουθεί τις ισχυρές φάρες αν και έχει γίνει βλάμης του Φώτου Τζαβέλα με τον οποίο ήταν φίλοι αχώριστοι από παιδιά.Ο νεαρός Σουλιώτης εκτελεί με ζήλο και επιμονή και συχνά και με αυτοθυσία τις εντολές που παίρνει από το Κριτήριο-το συμβούλιο των αρχηγών των χωριών του Σουλίου δηλαδή-,και όταν τον στέλνουν στην Κέρκυρα για κατασκοπεία πηγαίνει δίχως τσιριμόνιες κι εκεί βλέπει πράγματα και θαύματα σ΄έναν άλλο κόσμο, εντελώς διαφορετικό από εκείνον στα Γιάννενα κι εκείνον του Σουλίου,όχι απαραίτητα καλύτερο ή χειρότερο σε κάποιους τομείς,μα οπωσδήποτε ξένο και επίσης διπλοπρόσωπο: απ΄ έξω δαντέλες και αρώματα, γοητευτικές, ελευθεριάζουσες συμπεριφορές και αλλιώτικες, θεωρούμενες και που είναι σε πολλές περιπτώσεις πράγματι, προοδευτικές ιδέες κι από μέσα ασχήμια και σαπίλα και υποταγή στο χρήμα, που κινεί σχεδόν τα πάντα και που στο κυνήγι του θυσιάζονται και ηθικές και πατρίδες και ιδέες.
Στο Σούλι για παράδειγμα- μα δίχως να εμβαθύνουμε στην απανθρωπιά και τον μισογυνισμό του όλου πράγματος με την τωρινή μας αντίληψη που και πάλι δεν είναι η κυρίαρχη παγκοσμίως μα και γιατί δεν είναι της παρούσης να καταπιαστούμε με ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα-, οι μοιχαλίδες τιμωρούνται με άγριο τρόπο,στους Κορφούς όμως οι ανύπαντρες μέλλουσες μανάδες (οι γυναίκες της αστικής τάξης τουλάχιστον ) αγοράζουν έναν γαμπρό κι έληξε το θέμα.Ο Μάρκος έχει την πικρή ευκαιρία να τον δει αυτόν τον φαλλοκρατικό και ταξικό κυνισμό σε εκδοχές που πλήττουν δυο κοντινά και αγαπημένα γυναικεία πρόσωπα και δεν κάνει τίποτα για καμιά,σιωπά στην επιβολή του άθλιου νόμου και κώδικα και στους δυο κόσμους ενώ καταλαβαίνει πόσο άδικος και παράλογος είναι και ψέγει τον εαυτό του για την στάση του.
Στους Κορφούς έρχεται σε επαφή με τις περιλάλητες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης που φέρνουν ενθουσιασμό στο νησί και ξεσηκώνουν τον κόσμο και γίνεται φίλος με τον Χριστόφορο Περραιβό και με δυο μορφωμένα αδέλφια,τον Νικηφόρο και τη Ελένη,τα παιδιά του πλούσιου Κερκυραίου που τον φιλοξενεί.Με τον ρομαντικό γιο της οικογένειας γρήγορα μοιράζεται τον ενθουσιασμό για τις καλύτερες μέρες μιας ελεύθερης πατρίδας που θα έρθει με την βοήθεια των Γάλλων, υποτίθεται, και με την όμορφη και εγγράμματη κόρη βιώνει έναν δίχως μέλλον έρωτα που θα τον πληγώσει πολύ. Παράλληλα βασανίζεται από την θλίψη και την άγνοια για τις συνθήκες και τις αιτίες της δολοφονίας της λατρεμένης του αδερφής Δέσπως στο Σούλι.Ποιος είχε και τι λόγους να σκοτώσει την πιο όμορφη του Σουλίου που έχει αρραβωνιαστεί έναν από τους πιο γενναίους πολεμιστές από πλούσια και ισχυρή φάρα;Το Κριτήριο δεν μοιάζει να βιάζεται και πολύ να βρει τον φονιά παρόλο που ο φόνος γυναίκας θεωρείται βαρύ χρέος και πρέπει να αποδοθεί σκληρή τιμωρία:τέσσερις άντρες από τη φάρα του φονιά για να έρθει το αίμα στα ίσα.
Γιατί όμως κωλυσιεργεί το Κριτήριο;Για να αποφευχθεί η βεντέτα;Ποιοι ξέρουν,αν ξέρουν κάτι παραπάνω και γιατί δεν μιλούν; Ποιος σηκώνει στο σημείο του φονικού πέτρες, έθιμο που σημαίνει κήρυξη της βεντέτας και με στόχο ποιον ακριβώς;Ενώ με χίλιους τρόπους ζυγώνει ο Πασάς το μέχρι τότε απρόσιτο Σούλι κι ενώ ο γερο-Μπότσαρης πεισματικά παραμένει στο Παλιοχώρι κι όχι στο τετραχώρι της συμπολιτείας,τι (μπορεί να) συμβαίνειΤι ρόλο παίζει ο ασκητικός καλόγερος ο Σαμουήλ και ποιοι είναι οι δικοί του δαίμονες/εμμονές που πρέπει να παλεύει διαρκώς μαζί τους; Πώς καταλήγει να γίνει ένα αγρίμι ζωσμένο με όπλα η μικρότερη αδερφή του Μάρκου,τι του κρύβουν ή τι περισσότερο ξέρουν ή ψυχανεμίζονται ο πατέρας, η μάνα κι ο παππούς του όσο αυτός είναι στους Κορφούς και γιατί δεν του λένε;
Αυτή η πολύ καλά μελετημένη και σε σωστές δόσεις απλωμένη πινελιά μυστηρίου για το φονικό και τις κρυφές πτυχές των χαρακτήρων των αληθινών προσώπων (του Περραιβού,των Τζαβελαίων, του γέρο-Μπότσαρη κά)λειτουργεί σαν μια δυνατή κόλλα που ενοποιεί ομαλά το μυθιστόρημα κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον και,το κυριότερο, χωρίς να σαμποτάρει το υπόλοιπο αφήγημα στο ιστορικό μέρος.Ο Μπέκας αποδεικνύεται δεινός μάστορας που σέβεται και χρησιμοποιεί με σύνεση το υλικό του όντας ταυτόχρονα λιτός από άποψη αισθητικής και μαζί γαλαντόμος στην κάθε περιγραφή ξεχωριστά που ορθώς την κρατά σε χαμηλούς τόνους γιατί έτσι την κάνει άμεση και πειστική, με ποικιλία ετερογενών περιγραφομένων που βέβαια δεν είναι παρά το χαρμάνι της ίδιας μας της ζωής αν το καλοσκεφτείς διαχρονικά όλων των ανθρώπινων πλασμάτων -προδοσίες, φονικά, πόλεμοι, έρωτας,αγάπη,γέννηση,ζωή και θάνατος δηλαδή-που την παράθεσή τους απολαμβάνει ο αναγνώστης μέσα από σμιλεμένο κείμενο στοχαστικό,ουμανιστικό και όμορφο που άλλοτε το συγκρατεί διακριτικά η καλώς εννοούμενη οικονομία του λόγου σε τεχνικό επίπεδο κι άλλοτε το απογειώνει η εμφανής αισθαντικότητα της γραφής.Χίλια μπράβο στον Βαγγέλη Μπέκα.

Διαβάστε λοιπόν,φίλοι και φίλες,διαβάστε την ελληνική Ιστορία και μέσα από τη λογοτεχνία, διαβάστε τη με τα μάτια της ψυχής σας ανοιχτά,διασταυρώστε τις πηγές και νηφάλια σκεφτείτε πόσο αναγκαίο είναι να είμαστε μονιασμένοι.
Να περνάτε καλά και να θυμάστε:η Τέχνη και η Φύση ενώνουν τους ανθρώπους!

Βιβή Γεωργαντοπούλου

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: