“Ο αυτόπτης μάρτυρας” του Ερνστ Βάις

Το μυθιστόρημα του Ερνστ Βάις Ο αυτόπτης μάρτυρας εκδόθηκε το 1963, είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα, που αυτοκτόνησε τη μέρα που μπήκαν οι Ναζί στο Παρίσι όπου ζούσε εξόριστος. Το βιβλίο αποτελεί μαρτυρία ιστορική αλλά και βιωματική. Βασίζεται σε δύο άξονες που διεκδικούν το αφήγημα με ίσες αξιώσεις. Από τη μια ο συγγραφέας ιστορεί με λεπτομέρεια τα γεγονότα που προηγήθηκαν του φαινομένου της γέννησης, της ανόδου και της επικράτησης του ναζισμού και πώς αυτά οδήγησαν στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ από την άλλη αφηγείται την ιστορία του ήρωα, την πορεία της πνευματικής του ωρίμανσης, της συνειδητοποίησης της ταυτότητάς του και του ρόλου του στον κόσμο. Το αφήγημα σχοινοβατεί δηλαδή ανάμεσα στο ιστορικό μυθιστόρημα και το Bildungsroman, μυθιστόρημα διάπλασης ή μαθητείας.

Ο Βάις στο μυθιστόρημά του παραπέμπει, επίσης, σε ένα δημοφιλές είδος, την αυτοβιογραφία, καθώς με έναν εξομολογητικό τόνο εκμυστηρεύεται την επιθυμία του να ορίσει τα πράγματα, την επιθυμία για παντοδυναμία. Έτσι, η εμφάνιση του Χίτλερ ως πρόσωπο του μυθιστορήματος προοικονομείται, με αυτή ακριβώς την εξομολόγηση, στην εισαγωγική παράγραφο του μυθιστορήματος, καθώς ο Χίτλερ προσπάθησε να επιτύχει αυτό ακριβώς, να ελέγξει δηλαδή τον κόσμο:

Η ΜΟΙΡΑ ΜΕ ΟΡΙΣΕ ΝΑ ΠΑΙΞΩ έναν συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή ενός από τους σπάνιους ανθρώπους που μετά τον Μεγάλο Πόλεμο επρόκειτο να προκαλέσουν τρομερές αλλαγές και ανυπολόγιστα πάθη στην Ευρώπη. Αρκετές φορές μετέπειτα αναρωτήθηκα τι με ώθησε τότε να  εμπλακώ σ’ εκείνη την υπόθεση, αν ήταν η φιλομάθεια η κύρια ιδιότητα του ερευνητή που ασχολείται με την ιατρική επιστήμη, ή ένα είδος παντοδυναμίας, η επιθυμία να ορίσω μια φορά κι εγώ τα πράγματα.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα παρακολουθούμε τον αφηγητή ήρωα, τον αυτόπτη μάρτυρα, να ωριμάζει μέσα από καθοριστικά συμβάντα, εσωτερικά και εξωτερικά. Σε νεαρή ηλικία προσπάθησε να ορίσει τα πράγματα, να αντιμετωπίσει τον φόβο του και να «επιβάλει τη θέλησή [του]» ταΐζοντας τα άλογα του στρατώνα του τρίτου συντάγματος ιππικού που βρισκόταν κοντά στο σχολείο του. Δυστυχώς ένα από τα άλογα τον κλώτσησε και του έσπασε τα πλευρά βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. Τον έσωσε ένας εβραίος γιατρός με μια «θεραπεία θαύμα» όπως την χαρακτηρίζει ο ήρωας -κάνοντας ένα λογοπαίγνιο σε αντιδιαστολή με τα θαύματα στα οποία πίστευε η θρησκόληπτη καθολική μητέρα του που απεχθανόταν την επιστήμη.  Το ατύχημα υπήρξε καθοριστικό για τον νεαρό ήρωα που αποφάσισε μεγαλώνοντας να ακολουθήσει το ιατρικό επάγγελμα. Η ιατρική και τα τότε επιτεύγματα της επιστήμης αποτελούν μία από τις θεματικές του μυθιστορήματος καθώς περιγράφονται με μεγάλη λεπτομέρεια. Ο συγγραφέας ως γιατρός που ήταν γνώριζε άριστα την ανατομία του σώματος, την οποία παρομοιάζει με «θαύμα».

Όποιος έχει κατανοήσει αυτό το θαύμα της μηχανικής, δίπλα στο οποίο η μηχανική ενός αυτοκινήτου, ενός μηχανικού αργαλειού, μίας ατμομηχανής εκατό ίππων φαντάζει κακοτεχνία[…] όποιος δεν έχει δει μπροστά στα μάτια του πώς συμμορφώνονται στον μικροσκοπικό χώρο ανάμεσα στο δέρμα και στα οστά οι πλέον διαφορετικοί τένοντες, εκτείνοντες και καμπτήρες μύες, νεύρα, κινητικά και αισθητικά, αρτηρίες και φλέβες, πώς συνεργάζονται εδώ, πώς αλληλοσυμπληρώνονται με μία ευφυή απλότητα, αυτός ας με καταδικάσει.

Ένας άλλος, βασικός για την εξέλιξη της πλοκής, ήρωας ο Κάιζερ ή Τρελοκάιζερ είναι επίσης γιατρός αλλά και μυστικοσύμβουλος του Βασιλείου της Βαυαρίας. Αυτός θα γίνει ο μέντοράς του και θα τον στηρίξει ηθικά και οικονομικά στις σπουδές του. Ο γηραιός άνδρας αγαπούσε με πάθος την επιστήμη του και τις νεαρές και όμορφες γυναίκες. Αντίθετα, ο ήρωας, που ήταν βυθισμένος σε διάφορα «οιδιπόδεια» συμπλέγματα, απέφευγε τις νεαρές γυναίκες και τις χαρακτήριζε «ακάθαρτα δοχεία». Ωστόσο, η σχέση με τον Κάιζερ διαρρηγνύεται για μια γυναίκα. Ο γιατρός τον κατηγορεί για το γεγονός ότι απέτυχε να ικανοποιήσει το αίσθημα της παντοδυναμίας του μη πραγματοποιώντας ένα εξωφρενικό επιστημονικό πείραμα που θα του εξασφάλιζε τον θαυμασμό της νεαρής και ελαφρόμυαλης συζύγου του. Μετά αυτή του την αποτυχία, η σύζυγος τον εγκαταλείπει. Ο γηραιός άντρας θεωρεί υπεύθυνο τον ήρωα αλλά όταν συνειδητοποιεί το λάθος του τον εκλιπαρεί να τον συγχωρέσει και να επιστρέψει κοντά του. Επιπλέον, του ζητάει να αναλάβει την κλινική του. Ο ήρωας στρέφεται στη μελέτη της υστερίας και των ψυχογενών διαταραχών όπως η υστερική τυφλότητα. Ήθελε να βρει «τον δρόμο από την εμφανή ψυχή στην κατώτερη ψυχή».

Την εποχή εκείνη «ξύπνησαν οι κατώτερες ψυχές» η Ευρώπη «δεν υπήρχε πια, τα σύνορα [έκλεισαν] και παντού κυλούσε αίμα». Η Ιστορία γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο πλέκεται το μυθιστόρημα. Μια νέα διάσταση στην έννοια έθνος και την ταύτισή της με την έννοια πατρίδα ανασύρει κατώτερα ένστικτα.

Όλοι ήταν υγιείς, γενναίοι και καλοί, όλοι ήταν πατριώτες, όλοι ήταν υπερήφανοι για το έθνος τους. Ένα γλυκερό κύμα συναισθηματισμού έκανε νέους και γέρους, πλούσιους και φτωχούς να ενώνονται στα πόδια του βωμού της απειλούμενης, ενάρετης πατρίδας.

Ο εθνικισμός ξεκίνησε ως πολιτική ιδεολογία προτείνοντας ως βάση της πολιτικής ενότητας το έθνος -λαό. Η έννοια του έθνους διαχωρίστηκε από την έννοια του λαού στα τέλη περίπου του 19ου αιώνα. Ο λαός δεν μπορούσε να ταυτίζεται πια με το έθνος, γιατί περιελάμβανε και άλλες εθνικές μειονότητες, το ζήτημα των οποίων μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικά θέματα εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων. Είναι αυτός ο εθνικισμός που διαμόρφωσε το ιδεολογικό πλαίσιο το οποίο οδήγησε στους δύο παγκόσμιους πολέμους και έφθασε σε απόλυτο παροξυσμό με τον φασισμό.

Επικρατούσε το πολεμικό δίκαιο, το αναγκαστικό δίκαιο, επομένως κανένα δίκαιο. Το παγκόσμιο διεθνές δίκαιο ήταν υποδεέστερο του καθαγιασμένου δικαίου του μεμονωμένου έθνους που αμυνόταν και που πολεμούσε εναντίον του άλλου έθνους ή εναντίον άλλων εθνών, που επίσης αμύνονταν.

Η «τύφλωση» του λαού κάτω από σύμβολα που του εξασφάλιζαν ταυτότητα και αξιοπρέπεια οδήγησε και στην άνοδο του ηγέτη των «τυφλών», τον Χίτλερ:

«Εκείνος κήρυττε το μίσος κατά της μαύρης πανούκλας. Κατά των υποκινητών του πολέμου (που ακριβώς πριν τον επιδοκίμαζε ως τον μοναδικό δρόμο για την εξουσία), κατά του «Οβραίου» όπως τον έλεγε στην αυστριακή διάλεκτό του.

Αντίρρηση δεν δεχόταν, το συναίσθημά του τότε φούντωνε με μιας σαν να εκρήγνυται, ούρλιαζε, έκρωζε, μουρμούριζε και γλυκομιλούσε σαν σε ντελίριο […] «Ο Οβραίος» έφταιγε για όλα. […] «Αποπλανούνται εκατοντάδες χιλιάδες κορασίδες από στραβοκάνηδες, αηδιαστικούς Εβραίους μπάσταρδους»

Το εύρημα του Βάις είναι η συνάντησή του ήρωα με τον Χίτλερ το οποίο κουράρει και θεραπεύει από υστερική τύφλωση. Ο γιατρός είχε κατορθώσει να υπερισχύσει και να επηρεάσει την «κατώτερη ψυχή» του Χίτλερ ο οποίος:

Προτίμησε να τυφλωθεί, από το να βλέπει την κατάρρευση της Γερμανίας. Η τύφλωσή του ήταν ένα δείγμα της εξαιρετικά ισχυρής θέλησής του.

Όταν όμως τον ξανασυναντάει, ως υποδεκανέα της Ράιχσβερ [(«Άμυνα του Ράιχ»), ονομασία του Γερμανικού Στρατού από το 1919 έως το 1935] να βγάζει παθιασμένο λόγο εναντίον των Εβραίων, νιώθει τύψεις που συνέβαλε στο «ξύπνημα της κατώτερης ψυχής» ενός φανατικού τέρατος.

Το ένστικτό του, όχι οι γνώσεις του απ’ τα βιβλία, του είχε φανερώσει […] πώς να μιλά ο ένας πάνω και οι άλλοι κάτω να ακούνε, ο αφέντης στους δούλους του, ένας μάγος, ένας δεσπότης, ένας γητευτής κι ένας φρικτός, σκληρός ιερέας συγχρόνως.

[…]

Γινόταν αχόρταγος, χωρίς φραγμούς, δαιμονικός, υπνώτιζε αυτούς που ήταν παρόντες έτσι όπως τον είχα υπνωτίσει κάποτε εγώ, με την ενέργεια της χίλιες φορές σφυροκοπημένης σκέψης, με το στένεμα του πνευματικού οπτικού πεδίου […] τυφλός με θρησκευτικό φανατισμό […] εκτός εαυτού, σχεδόν εκτός κόσμου [….] Δικό μου έργο ήταν;

Ο Χ δηλαδή ο Χίτλερ είναι το πρόσωπο ή καλύτερα η πρόφαση γύρω από τον οποίο χτίζεται ο ιστορικός και ο μυθοπλαστικός χρόνος του μυθιστορήματος Αυτόπτης μάρτυρας. Ο γιατρός Βάις σε επιστολή του στον γερμανόφωνο συγγραφέα της Πράγας Φραντς Καρλ Βάισκοπφ  έγραψε πως «πρόκειται για μυθιστόρημα με γιατρούς (της Ψυχιατρικής), στο οποίο παίζει κάποιον ρόλο ο Χίτλερ».

Ο Χίτλερ ίδρυσε το Εργατικό Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα (NSDAP). Από το 1933 έως το 1945 διετέλεσε καγκελάριος της Γερμανίας και από το 1934 έως το 1945 αρχηγός του γερμανικού κράτους, του Τρίτου Ράιχ.  Ο “υπέρτατος Ηγέτης” (Φύρερ) υιοθετώντας φυλετική πολιτική,  δημιούργησε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης και τελικά οδήγησε στο Ολοκαύτωμα των  Εβραίων της Ευρώπης.

Τα γεγονότα αυτά και όσα προηγήθηκαν βίωσε ο γερμανόφωνος συγγραφέας καθώς υπηρέτησε ως γιατρός  σε διάφορες περιοχές της Αυστροουγγρικής Μοναρχίας κατά τον Α Παγκόσμιο πόλεμο. Ο Βάις περιέγραψε στο μυθιστόρημά του αυτές τις αναμνήσεις καθώς και τις κοινωνικές και πολιτικές τάσεις την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι οποίες οδήγησαν και στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933. Η  Μοναρχία έπεσε το 1918 και με το τέλος του πολέμου ο Βάις επέστρεψε στην Πράγα, στο νέο κράτος της Τσεχοσλοβακίας, όπου επίσημη γλώσσα πλέον έγιναν τα Τσεχικά, τα οποία αγνοούσε.

Οι αναμνήσεις του Βάις, με τον αφηγηματικό τρόπο που έχουν καταγραφεί, θα μπορούσαν να παραπέμπουν στο είδος της κλασικής αυτοβιογραφίας καθώς ο συγγραφέας ταυτίζεται σε πολλά σημεία με τον ήρωα –αφηγητή αλλά και εξομολογείται, σε πρώτο πρόσωπο,  όσα τον απασχόλησαν σε κρίσιμες περιστάσεις της ζωής του. Ο ήρωας, όπως και ο Βάις, σπούδασε γιατρός, υπηρέτησε σε στρατιωτικό νοσοκομείο και αντιμετώπισε τις κακουχίες της φτώχειας και του πολέμου. Το πρωτοπρόσωπο αυτό αφήγημα μοιάζει με ημερολόγιο φρίκης γεμάτο εικόνες πολέμου, με ακρωτηριασμούς σωμάτων και ψυχών και με το αίμα να ρέει άφθονο όπως πραγματικά συνέβη στον πιο πολύνεκρο πόλεμο που ήταν ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο πόλεμος αυτός υπήρξε μια γενικευμένη σύγκρουση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1914 ως τις 11 Νοεμβρίου 1918. Μια μεγάλη ενδοευρωπαϊκή διένεξη με τα κύρια μέτωπα στη Γηραιά Ήπειρο,  με συμμετοχή αποικιακών στρατευμάτων και με την εμπλοκή και των αμερικανικών δυνάμεων γεγονότα που του προσέδωσαν την έννοια του παγκόσμιου.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει, επίσης, την κατάσταση που επικρατούσε μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ηττημένη Γερμανία αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στην καταβολή των δόσεων για τις αποζημιώσεις στους Συμμάχους κι έτσι εκείνοι την υποχρέωσαν να καταβάλλει την οφειλή σε είδη: ατσάλι, άνθρακα, ξυλεία. Η οικονομική εξαθλίωση είχε φτάσει την κατάσταση στα άκρα.

«Τα πάντα ήταν μες στο χάος. Οι Γάλλοι είχαν κατάσχει τα πιεστήρια χαρτονομισμάτων και πολλαπλασίαζαν ακόμη περισσότερο τον κατακλυσμό χαρτιού. Η δημοκρατία της Βαιμάρης δεν είχε κανένα κύρος πια. Η νότια Γερμανία ήθελε να χωριστεί από τη βόρεια Γερμανία, ή για να το πω καλύτερα, το φανατικά εθνικιστικό κόμμα, που ο Χ. του είχε δώσει τρομερή ώθηση, αρνήθηκε βέβαια τη συμπαράσταση στη Δημοκρατία της Βαιμάρης, στο «σύστημα» όταν θα γινόταν πόλεμος […] την άνοιξη του 1932 επρόκειτο να διεξαχθεί ανελέητα με αιματηρή αυστηρότητα η τελευταία διαχωριστική τομή ανάμεσα στο υγιές και στο άρρωστο μέρος του Ράιχ. Οι Γερμανοί εναντίον Γερμανών;»

Ο Ρουσώ είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός και ευτυχισμένος. Η δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου οφείλεται στην κοινωνία. Επιπλέον, είχε ορίσει την αυτογνωσία ως μέτρο γνώσης του κόσμου.

Ο ήρωας επιτυγχάνει την αυτογνωσία μέσα από τις εμπειρίες του τις οποίες καταγράφει. Σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του χαρακτηρίζει τον εαυτό του «αυτόπτη μάρτυρα» για να ομολογήσει τελικά πως μόνο ο Κάιζερ ήταν αυτόπτης μάρτυρας: «Διότι δεν αγαπούσε». Αυτόπτης μάρτυρας σημαίνει συμμέτοχος και παρατηρητής. Αυτός που δρα αλλά και υφίσταται τη δράση. Είναι παρών χωρίς συναίσθημα. Ως επιστήμονας προσπαθεί να προσεγγίσει τη γνώση σε παρθένες περιοχές, όπως η ανατομία σώματος και ψυχής, ως άνθρωπος, όμως,  πιάνεται στο δίχτυ του έρωτα.

Η ερωτική ιστορία με τη γυναίκα του μοιάζει σαν ένα διήγημα μέσα σε ένα άλλο διήγημα. Ο κοινός παρονομαστής με όσα προηγήθηκαν είναι ο Χ και η δήθεν υστερική τύφλωση από την οποία τον θεράπευσε ο γιατρός. Η δράση στρέφεται γύρω από το ιατρικό απόρρητο και την προδοσία της γυναίκας του και η κορύφωση της περιπέτειας αφορά την καταδίωξή τους από τον Χ που θέλει να κρατήσει μυστικό το παρελθόν του. Η εβραιοπούλα γυναίκα του ήρωα συμπληρώνει ένα ακόμη στοιχείο σασπένς. Ο Χίτλερ είναι στο βάθος του σκηνικού και κινεί τα νήματα καθώς ο άνθρωπος κυριαρχείται από ένστικτα τα οποία τον μετατρέπουν σε μαριονέτα.

Εκείνος υπολόγιζε την τεράστια δύναμη του ψεύδους, του ανελέητου επιθετικού μίσους […] βασιζόταν σε τρεις θεμελιώδεις ιδιότητες του ανθρώπου, στην κτηνωδία του, την αδυναμία του και τη δειλία του […] Αυτά τα ένστικτα […] σε ήρεμες εποχές καταπιέζονταν από τη λογική και τον νόμο

Ο γιατρός αναζητεί την ευτυχία στην οικογένεια αλλά δεν της παραδίνεται. Ξέρει μόνο να είναι χρήσιμος ως στρατιωτικός γιατρός. Δεν μπορεί να ολοκληρώσει το βήμα προς την ολοκλήρωσή του.

… προτιμούσα να είμαι αυτόπτης μάρτυρας και καλός φίλος. Εγώ είχα τη δουλειά μου, και μου αρκούσε.

Έτσι, αποφασίζει να μείνει πιστός στον εαυτό του καθώς η ευτυχία είναι γι’ αυτόν μια αποστολή.

Αν με την ευτυχία αντιλαμβανόμαστε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε να εκπληρώσουμε μία αποστολή στη ζωή μας, που έχει ανατεθεί σε εμάς και σε κανέναν άλλον

Η μετάφραση του μυθιστορήματος έγινε από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, μεταφραστή επίσης του έργου του Φραντς Κάφκα,  που κατορθώνει να μεταδώσει τη ζωντάνια και τη ροή ενός ιδιαίτερα απαιτητικού κειμένου, ιδιαίτερα στα σημεία όπου ο συγγραφέας κάνει λόγο για το θαύμα της ανθρώπινης ανατομίας.

Νότα Χρυσίνα

 

https://www.dailytvradio.gr

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: