Βίαιες ανατροπές στην περιοχή και στη μέση η Ελλάδα

«Ολες οι περιφερειακές χώρες, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, ήρθε η ώρα να αποφασίσουν με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν». Αυτό είναι το σύνθημα που ανέφερε στο in.gr σημαντικό πολιτικό πρόσωπο το οποίο, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία, ανησυχεί τα μάλα για το ρόλο της χώρας μας.

Κι όχι μόνον αυτός. Πολιτικοί, διπλωμάτες, οικονομολόγοι με γνώση των γεωπολιτικών και οικονομικών δεδομένων στην ευρύτερη περιοχή, εκφράζουν φόβους για τις επιπτώσεις που θα έχουν οι κοσμογονικές αναταράξεις στη γειτονιά της Ελλάδας.

Η εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο (όπου έχουν πατήσει πόδι οι δυτικές χώρες), όσο και στη Συρία (η οποία ελέγχεται από τον ρωσικό παράγοντα) αποτελεί από μόνη της την πυριτιδαποθήκη. Ένα σπίρτο σαν κι αυτό που άναψαν χθες οι Τραμπ, Μέι και Μακρόν αρκεί να φέρει την καταστροφή.

Στις ιδιαίτερες συνομιλίες τους οι παράγοντες του ελληνικού πολιτικού και οικονομικού σκηνικού επισημαίνουν τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η χώρα. Από τη μια δεν έχει ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα, είναι ακόμη αδύναμη και είναι αμφίβολο πότε θα σταθεί στα πόδια της. Από την άλλη τα εθνικά θέματα βρίσκονται σε κομβικό σημείο και σίγουρα η αναταραχή με τα Σκόπια, την Τουρκία αλλά και την Αλβανία, δεν βοηθούν στη δημιουργία ενός κλίματος σταθερότητας κι επιστροφής στην ομαλότητα.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί και στη μέση ενός γκρεμού. Στο βάθος βρίσκονται τεράστιοι κροκόδειλοι που είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τα πάντα.

Αυτό που έγινε στη Συρία, και το οποίο μπορεί να έχει συνέχεια, ασφαλώς δεν σχετίζεται με την όψιμη οργή της Δύσης για τα θύματα του πολέμου. Πρόκειται για γεωπολιτικά παιχνίδια που έχουν να κάνουν και με τους ενεργειακούς πόρους που διαθέτει η Συρία και που η Ρωσία έχει προνομιακό πεδίο.

Και που βεβαίως συνδέονται με έναν ενεργειακό άξονα, με τα κοιτάσματα στη Μεσόγειο, όπου μερίδιο στη μοιρασιά έχουν Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, Ισραήλ και οι μεγάλες εταιρείες που προέρχονται από ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία. Και φυσικά, η Τουρκία η οποία διεκδικεί με τσαμπουκά να μπει στο μεγάλο «φαγοπότι», ακόμη κι αν αποτελεί παράγοντα αποσταθεροποίησης, τόσο στο Αιγαίο, όσο και στην περίπτωση της μη λύσης στο Κυπριακό.

Αυτή την ώρα η Τουρκία του απρόβλεπτου Ερντογάν έχει συστήσει συμμαχία με τη Ρωσία και το Ιράν, ένας άξονας που δεν αρέσει καθόλου στη Δύση. Παράλληλα, απειλεί και προκαλεί δύο χώρες – μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ (Ελλάδα και Κύπρος), είναι σε μόνιμη αντιπαράθεση με την Ευρώπη και εσχάτως έχει διαρρήξει τις παραδοσιακές σχέσεις της με τους Αμερικανούς.

Βρίσκεται επίσης στα συριακά εδάφη έχοντας ανοίξει πόλεμο με τους Κούρδους και κάποια στιγμή θα πρέπει να πάρει θέση στην αντιπαλότητα της Ρωσίας με τη Δύση. Πρέπει να αποφασίσει αν φεύγει οριστικά από τον άξονα των δυτικών χωρών και στρέφει το πρόσωπό της προς ανατολάς.

Τι θα κάνει η Ελλάδα;
Το μείζον ερώτημα είναι τι θα κάνει η Ελλάδα. Πώς θα κινηθεί η παρούσα κυβέρνηση και οι επόμενες οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν μια εξαιρετικά δύσκολη και αρνητική συγκυρία. Από τη μια η οικονομική κρίση, από την άλλη οι γεωπολιτικές δονήσεις. Και στη μέση ένα πολιτικό σύστημα αδύνατο να αντιληφθεί τους κινδύνους και να ομονοήσει σε βασικά διακυβεύματα που θα κριθούν το επόμενο διάστημα.

Η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει τον μεγαλοϊδεατισμό της Αγκυρας που έχει δηλώσει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι θέλει να γίνει μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Γι’ αυτό ο Ερντογάν αμφισβητεί τη συνθήκη της Λωζάνης προκαλώντας ανατριχίλα με τις διεκδικήσεις τους.

Εχει επίσης να αντιμετωπίσει την πλήρη αναδιάταξη δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή, η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και σε αναδιανομή εδαφών. Και παρ’ ότι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν αισθάνεται κανείς σίγουρος ότι μπορεί η οικονομική αυτή ένωση (αλλά καθόλου πολιτική) να παίξει κορυφαίο ρόλο. Να σταματήσει τη στάση της Τουρκίας και να έχει λόγο στην ανατροπή του χάρτη.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα η χώρα μας πρέπει να βρει σταθερή πορεία, χωρίς παλινδρομήσεις και «φάλτσα». Ως μια χώρα δυτική, που στηρίζεται απόλυτα από τα κράτη της Εσπερίας, θα κληθεί να πάρει θέση και βεβαίως να δυσαρεστήσει κάποιους. Όμως, δεν έχει άλλες επιλογές, εκτός κι αν το δόγμα της ουδετερότητας μπορεί στα επόμενα χρόνια της οργής, της ανατροπής και της κοσμογονικής αλλαγής, να κρατήσει όρθια της χώρα. Αλλά, όπως λένε και οι καλά γνωρίζοντες, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συμβεί.

Σ’ αυτό το νέο σκηνικό, που καμιά ομοιότητα δεν έχει με το παρελθόν, η Ελλάδα πρέπει να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης, να «κλειδώσει» συμμαχίες, να δημιουργήσει τις συνθήκες μιας ενιαίας εθνικής γραμμής, πέρα και πάνω από κόμματα και κυβερνήσεις. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να ωριμάσει και να αντιμετωπίσει τους κινδύνους.
Και αν μπορεί να αντιληφθεί αυτό που είπε κάποτε ο Τζον Κέννεντι: «Αυτοί που καθιστούν την ειρηνική αλλαγή αδύνατη, θα κάνουν τη βίαιη ανατροπή αναπόφευκτη».

in.gr

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο: